Δείτε πως να αναγνωρίσετε έναν παιδόφιλο! Όλα τα σημάδια



Γράφει ο Κωνσταντίνος Φουντουλάκης Αν.Καθηγητής Ψυχιατρικής Α.Π.Θ


Η παιδοφιλία κάνει τα πρωτοσέλιδα κυρίως των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης και συχνά κυριαρχεί στις συζητήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μία λέξη που πέρα από το βασικό της νόημα είναι ελάχιστα κατανοητή ως φαινόμενο τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τους ειδικούς.

Η ετυμολογία της είναι φυσικά προφανής από τις λέξεις «παιδί» και«φίλος» η δεύτερη όμως λέξη αντανακλά την αρχαία της σημασία και ουσιαστικά σημαίνει τον «εραστή», λέξη που υπάρχει στον πιο αρχαικό όρο «παιδεραστία» όπου όμως πάλι μπορεί να έχει πολλαπλά νοήματα τα περισσότερα χωρίς σεξουαλικό υποννοούμενο. Σήμερα είναι σαφές ότι η σεξουαλική έννοια είναι η μόνη που διατηρείται στις λέξεις αυτές.

Στα σύγχρονα ψυχιατρικά ταξινομικά συστήματα τα οποία είναι πολύ προσεκτικά στο πώς αντιμετωπίζουν θέματα σεξουαλικού προσανατολισμού και προτιμήσεων, η παιδοφιλία κατατάσσεται στις Παραφιλίες (κατά DSM-5) ή στις Διαταραχές Σεξουαλικών Προτιμήσεων(κατά ICD-10) και σημειώνεται το κατά πόσον αποτελεί αποκλειστική προτίμηση με προσανατολισμό σε αγόρια ή κορίτσια και κατά πόσον περιορίζεται στα πλαίσια αιμομιξίας.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί το γενικό πλαίσιο στο οποίο σήμερα ορίζονται οι Παραφιλίες και το οποίο απαιτεί έντονο και επιμένων σεξουαλικό ενδιαφέρον που είναι άλλο από την γενετήσια διέγερση ή την προκαταρκτική διαδικασία με άτομα σωματικά ώριμα και φαινοτυπικά φυσιολογικά και τα οποία συναινούν σε αυτό.

Το ηλικιακό όριο των 13 ετών ορίζεται για το θύμα και των 16 για τον θύτη και απαιτείται να υπάρχουν τουλάχιστον 5 έτη διαφοράς στην ηλικία. Πρέπει να σημειωθεί ότι από νομική άποψη η διάγνωση της παιδοφιλίας δεν φέρει κανενός είδους ακαταλόγιστο.

Παρόλο που για πολλούς η λέξη «παιδόφιλος» υπονοεί απλά την ύπαρξη φαντασιώσεων και τάσεων ενώ η λέξη «παιδεραστής» υπονοεί και ενεργό δράση, στην επιστημονική ορολογία δεν υπάρχει τέτοιος διαχωρισμός, ειδικά καθώς σήμερα η διαδεδομένη χρήση παιδικής πορνογραφίας περνά το διαχωριστικό όριο μεταξύ φαντασίωσης και ενεργού δράσης.

Η συχνότητα εμφάνισης παιδοφιλικών τάσεων δεν είναι γνωστή αλλά ενδέχεται να αφορά το 3-5% των ανδρών και πιθανότατα ένα πολύ μικρότερο ποσοστό των γυναικών.

Το προφίλ του παιδόφιλου όπως αυτός εμφανίζεται στο αστυνομικό δελτίο φαίνεται ότι αφορά κατά βάση ετεροφυλόφυλους άνδρες ηλικίας 35-70 ετών από όλες τις κοινωνικοοικονοιμικές τάξεις και επαγγέλματα .

Η εμφάνιση όμως της παιδοφιλίας ως συμπεριφοράς, είναι σχετικά σπάνια,αν και η εξάπλωση του διαδικτύου φαίνεται ότι προσφέρει εύκολους τρόπους εκδήλωσής της. Στην πραγματική ζωή πιθανόν χρειάζεται και η συνύπαρξη αντικοινωνικού και ψυχοπαθητικού τύπου χαρακτηριστικών προσωπικότητας και ενδεχομένως και κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ για την ενεργό εκδήλωση παιδοφιλικών συμπεριφορών ειδικά όταν αυτές εκδηλώνονται κατ επανάληψη και με οργανωμένο τρόπο και χωρίς ενοχές και δυσφορία.

Είναι ασαφές το αν τα άτομα αυτά έχουν υποστεί τα ίδια σεξουαλική κακοποίηση στην παιδική τους ηλικία παρότι συχνά το επικαλούνται ως δικαιολογία.

Τα θύματα μπορεί να είναι και των δύο φύλων, και πολύ συχνά είναι στην οικογένεια ή στο φιλικό περιβάλλον του θύτη. Φαίνεται ότι οι περισσότεροι δράστες παιδοφιλικών πράξεων είτε πραγματικά πιστεύουν είτε αμύνονται απέναντι στον εαυτό τους πιστεύοντας ότι τα παιδιά συναινούν ή θα ωφεληθούν από τη πράξη.

Δυστυχώς όπως και στις περιπτώσεις βιασμού ενηλίκων, στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων ο δράστης βρίσκεται στο οικογενειακό ή φιλικό περιβάλλον του θύματος και φυσικά οι περιπτώσεις αυτές σχεδόν
ποτέ δε βλέπουν το φώς της δημοσιότητας σε αντίθεση με τις περισσότερο σοκαριστικές αντικοινωνικού τύπου συμπεριφορές αγνώστων που δελεάζουν τα θύματα τους ή του επιτίθενται ξαφνικά.

Το πρόβλημα της σεξουαλικής κακοποίησης δυστυχώς είναι αρκετά διαφορετικό και περισσότερο εκτεταμένο απ όσο δείχνουν τα πρωτοσέλιδα και τα κοινωνικά σχόλια. Σε σπανιότερες περιπτώσεις που όμως κάνουν το γύρο του κόσμου,φαίνεται ότι παιδόφιλοι έχουν επιλέξει επαγγέλματα που τους φέρνουν σε επαφή κατά προτίμηση με παιδιά.

Η αιτιοπαθογένεια του προβλήματος αυτού είναι εντελώς άγνωστη, οι όποιες ψυχολογικές προσεγγίσεις είναι απολύτως υποθετικές ενώ οι βιολογική έρευνα δεν έχει δώσει καρπούς. Διάφορες εργαστηριακές μέθοδοι έχουν προταθεί για την αντικειμενική διάγνωση της παιδοφιλίας όπως η πληθυσμογραφία πέους (αιματική ροή) και η καταγραφή του χρόνου παρατήρησης παιδοφιλικού υλικού που δίδεται τυχαία μέσα σε άσχετες φωτογραφίες,όμως δεν υπάρχει σαφής δυνατότητα διάγνωσης και ανίχνευσης.

Όσον αφορά δε τη θεραπευτική αντιμετώπιση, δεν υπάρχει κανείς συγκεκριμένος τρόπος που να γνωρίζουμε ότι μπορεί να αλλάξει τον σεξουαλικό αυτό προσανατολισμό.

Είναι σαφές ότι σπανιότατα τα άτομα με παιδοφιλικές τάσεις ζητούν θεραπεία συνήθως εξαιτίας του φόβου ότι θα μαθευτεί το μυστικό τους, και έτσι δεν υπάρχει σοβαρή επιστημονική εμπειρία που να αφορά τη θεραπεία τους.

Ενδεχομένως η αντιμετώπιση άλλων θεμάτων που συνυπάρχουν (πχ κατάχρηση ουσιών ή αλκοόλ) μπορεί να εμποδίσει την εκδήλωση παιδοφιλικών συμπεριφορών. Όπως σε όλα τα θέματα που αφορούν το σεξουαλικό προσανατολισμό, έχει κατά καιρούς δοκιμαστεί «χημικός ευνουχισμός» με διάφορα φάρμακα και ορμόνες, συχνά με τη συναίνεση του ατόμου και άλλες φορές ουσιαστικά με δικαστική οδηγία, όμως υπάρχουν σοβαρά ηθικά θέματα που συνδέονται με αυτή τη θεραπευτική προσέγγιση.