ΔημοφιλήΕιδήσεις Υγείας

Γιατί η καρδιά δεν χτυπά σωστά; όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε! Επιστημονικό άρθρο

 

Η καρδιά μας αποτελείται από δύο κύρια είδη κυττάρων: τα κύτταρα του ερεθισματαγωγού συστήματος και τα κύτταρα του εργαζόμενου μυοκαρδίου.
Τα μεν πρώτα είναι εξειδικευμένα στην παραγωγή και ταχεία μεταφορά ρεύματος, τα δε δεύτερα -υπό την επίδραση αυτού του ρεύματος-συσπώνται και προωθούν το αίμα μέχρι τα πέρατα του σώματος.

Καθ όλη την διάρκεια της ζωής ο φλεβόκομβος παράγει ρυθμικά ηλεκτρικούς παλμούς, με φυσιολογική συχνότητα ηρεμίας που κυμαίνεται από 50 έως 100 παλμούς/λεπτό.
Όταν η συχνότητα του φλεβόκομβου είναι μικρότερη από 50παλμούς/λεπτό μιλάμε για βραδυκαρδία, ενώ όταν ξεπερνάει τους 100 παλμούς/λεπτό μιλάμε για φλεβοκομβική ταχυκαρδία.

Σε συνθήκες στρες, όπως είναι η σωματική άσκηση, η έντονη συναισθηματική φόρτιση, ή η κατανάλωση διεγερτικών ουσιών(αλκοόλ, καφές, τσιγάρο) η συχνότητα του φλεβοκόμβου αυξάνει για να επανέλθει σε λίγο και πάλι στα ‘φυσιολογικά επίπεδα’.

Στην περίπτωση που η κύρια πηγή ηλεκτροδότησης της καρδιάς υποστεί κάποια βλάβη, τότε αναλαμβάνουν χρέη ηλεκτρικής γεννήτριας διάφορα υποκομβικά κέντρα,όπως είναι ο κολποκοιλιακός κόμβος, τα οποία όμως παράγουν ηλεκτρικούς παλμούς με πολύ χαμηλότερη συχνότητα συγκριτικά με αυτή του φλεβόκομβου.

Γενικά, οποιεσδήποτε καταστάσεις ή παθήσεις διαταράσσουν την ομαλή και ρυθμική παραγωγή και/ή αγωγή του ηλεκτρικού ερεθίσματος οδηγούν στην εμφάνιση των αρρυθμιών.

Πότε οι αρρυθμίες είναι επικίνδυνες;

Οι καρδιακές αρρυθμίες περικλείουν μια ευρεία και ετερογενή ομάδα ηλεκτρικών διαταραχών. Μπορεί να είναι εντελώς ακίνδυνες, να προδιαθέτουν στην εμφάνιση δυνητικά θανατηφόρου εγκεφαλικού, συστηματικής εμβολής ή καρδιακής ανεπάρκειας, να είναι επείγουσες και απειλητικές για την ζωή ή να οδηγούν σε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο.

Ο παράγοντας που καθορίζει ‘πόσο επικίνδυνη είναι μια αρρυθμία’ είναι η σοβαρότητα της υποκείμενης καρδιακής πάθησης που προκαλεί την αρρυθμία, παρά η ίδια η αρρυθμία.

Οι αρρυθμίες με βάση την καρδιακή συχνότητα ταξινομούνται σε βραδυαρρυθμίες και ταχυαρρυθμίες (ταχυκαρδίες).

Οι βραδυαρρυθμίες χαρακτηρίζονται από μειωμένη παραγωγή ηλεκτρικών ερεθισμάτων, όπως για παράδειγμα στην νόσο του φλεβοκόμβου, μια πάθηση των ηλικιωμένων, στην οποία λόγω ίνωσης και ασβέστωσης ο φλεβόκομβος αδυνατεί να παράγει φυσιολογικό αριθμό ηλεκτρικών ερεθισμάτων.

Ωστόσο, οι βραδυαρρυθμίες μπορεί να είναι αποτέλεσμα άλλων συστηματικών νοσημάτων, όπως ο υποθυρεοειδισμός, ή είναι αποτέλεσμα φαρμάκων. Οι ήπιες βραδυαρρυθμίες συνήθως είναι ασυμπτωματικές.

Οι σοβαρότερες μορφές συχνά προκαλούν αίσθημα εύκολης κόπωσης, αδυναμία, δύσπνοια, ζάλη, τάση για λιποθυμία, ακόμα και συγκοπή, με αιφνίδια πτώση του ασθενούς επί του εδάφους και συχνά τραυματισμό.

Γενικά, οι συμπτωματικές βραδυαρρυθμίες, εφόσον δεν οφείλονται σε εξωγενή αίτια,αντιμετωπίζονται σήμερα επιτυχώς με τοποθέτηση μόνιμου τεχνητού βηματοδότη.

Οι ταχυαρρυθμίες χαρακτηρίζονται από παθολογικά αυξημένη καρδιακή συχνότητα και συνήθως είναι αποτέλεσμα είτε κάποιου έκτοπου-παράνομου ηλεκτροπαραγωγού κέντρου, είτε κάποιου μικρο-, μακροκυκλώματος επανεισόδου.

Με βάση την εντόπιση του αρρυθμιογόνου ερεθίσματος, οι ταχυαρρυθμίες χωρίζονται σε υπερκοιλιακές (κολπικές-κομβικές) και κοιλιακές.

Τι προκαλούν οι υπερκοιλιακές αρρυθμίες;

Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι υπερκοιλιακών αρρυθμιών είναι η κολπική μαρμαρυγή, ο κολπικός πτερυγισμός, η παροξυσμική κολπική ταχυκαρδία, η πολυεστιακή κολπική ταχυκαρδία και το σύνδρομο Wolf-Parkinson-White.

Η πλειονότητά τους δεν είναι απειλητικές για την ζωή, δεδομένου ότι συνήθως δεν συνοδεύονται από δομική καρδιοπάθεια, ιδιαιτέρως στα νεαρά άτομα.

Η εμφάνισή τους συνοδεύεται από αίσθημα παλμών και ταχυκαρδία αιφνίδιας έναρξης και όταν η καρδιακή συχνότητα είναι πάρα πολύ αυξημένη, ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει ζάλη και προλιποθυμικό επεισόδιο.
Αντιθέτως, η εμφάνιση κολπικού πτερυγισμού ή μαρμαρυγής σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, συνήθως είναι αποτέλεσμα δομικής καρδιακής νόσου και η χρονιότητα αυτών των δύο ταχυαρρυθμιών αυξάνει τον κίνδυνο για εγκεφαλικά επεισόδια.

Η έγκαιρη έναρξη αντιπηκτικής από του στόματος αγωγής προλαμβάνει επιτυχώς αυτόν τον κίνδυνο.

Ποιες είναι οι επικίνδυνες αρρυθμίες;

Οι κοιλιακές ταχυαρρυθμίες είναι οι περισσότερο επικίνδυνες αρρυθμίες, δεδομένου ότι συνήθως εμφανίζονται σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιοπάθεια και μπορεί να οδηγήσουν σε αιφνίδιο καρδιακό θάνατο.

Οι κύριοι εκπρόσωποι αυτών των αρρυθμιών είναι η κοιλιακή ταχυκαρδία και η κοιλιακή μαρμαρυγή. Και οι δύο αυτές ταχυαρρυθμίες απαντώνται συχνά στους ασθενείς με οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και στους ασθενείς με χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια.

Τόσο η κοιλιακή μαρμαρυγή όσο και η κοιλιακή ταχυκαρδία που συνοδεύεται με αιμοδυναμική αστάθεια (στηθάγχη, δύσπνοια, υπόταση) χρήζουν άμεσης ηλεκτρικής ανάταξης.

Η κοιλιακή ταχυκαρδία σε ασθενή χωρίς ή με ήπιας βαρύτητας δομική καρδιοπάθεια συνήθως είναι καλά ανεκτή για βραχύ χρονικό διάστημα και συνήθως αντιμετωπίζεται με ειδικά αντιαρρυθμικά φάρμακα.
Στις σοβαρές αρρυθμίες συχνά απαιτείται ισχυρή από του στόματος αντιαρρυθμική φαρμακευτική αγωγή σε συνδυασμό με επεμβάσεις καυτηριασμού των αρρυθμιολογικών κέντρων και τοποθέτηση μόνιμου εμφυτεύσιμου απινιδωτή.

Διαγνωστικά μέσα

Ο ιατρός με βάση τα συμπτώματα, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, την φυσική εξέταση και το ηλεκτροκαρδιογράφημα ηρεμίας συνήθως είναι σε θέση να διαπιστώσει το είδος της ένοχης αρρυθμίας.

Σε πιο δύσκολες διαγνωστικά περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν περισσότερο εξειδικευμένες εξετάσεις, όπως είναι η 24ωρη περιπατητική καταγραφή του ρυθμού με συσκευή Holter, η υποδόρια τοποθέτηση συσκευών καταγραφής του ρυθμού για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η ηλεκτροφυσιολογική μελέτη της καρδιάς, καθώς και οι διάφορες απεικονιστικές τεχνικές (πχ. μαγνητική τομογραφία καρδιάς).

Συμπερασματικά, οι καρδιακές αρρυθμίες αποτελούν μια ετερογενή ομάδα νοσημάτων,τόσο όσον αφορά την αιτιολογία, την βαρύτητα, αλλά και τις θεραπευτικές παρεμβάσεις.

Για τον λόγο αυτό είναι σωστό όταν αισθανθούμε ότι η καρδιά μας χάνει τον συνήθη βηματισμό της να συμβουλευτούμε τον καρδιολόγο μας. Αυτός πολύ εύκολα θα εντοπίσει την ένοχη αρρυθμία, θα μας συμβουλεύσει κατάλληλα και θα δώσει την πρέπουσα φαρμακευτική αγωγή.

 

Καλλικαζαρος 2

 

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΛΙΚΑΖΑΡΟΣ
Συντονιστής Διευθυντής Καρδιολογικού Τμήματος, Γ.Ν.Α Ιπποκράτειο

Σχετικά Άρθρα

Back to top button