Συνεντεύξεις - Άρθρα

Η Υγεία στο περιθώριο

Οι λέξεις «γνώση» και «γνώμη» διαφέρουν τυπικά μόνο κατά ένα γράμμα, ουσιαστικά όμως τις χωρίζει μια εννοιολογική άβυσσος. Έτσι, για κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, ο καθένας από μας δικαιούται να έχει γνώμη, η οποία όμως είναι εξολοκλήρου ανερμάτιστη και έωλη αν δε συνοδεύεται από την ανάλογη γνώση, ώστε να μετουσιωθεί σε βεβαιότητα.

Έτσι, το αν καταρρέει το ΕΣΥ, δεν είναι θέμα οπτικής ή ζήτημα άποψης, αλλά καθαρά θέμα αντικειμενικής κρίσης, όπως αποτυπώνεται με βάση τα στοιχεία έγκυρων οργανισμών, αλλά και όπως προκύπτει από τις προτεραιότητες που βάζουν οι κυβερνήσεις διαχρονικά.

Ξεκινώντας λοιπόν από τον προϋπολογισμό του 2017 και εστιάζοντας στο πενιχρό 4,7 % του ΑΕΠ που προβλέπεται να δαπανηθεί για την υγεία, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 7,3%, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι ο ευαίσθητος αυτός τομέας, δεν περιλαμβάνεται στις άμεσες προτεραιότητες αυτών που μοιράζουν την πίτα.

Βεβαίως, οι μνημονιακές δεσμεύσεις έναντι των δανειστών δεν μπορεί να αποτελέσουν δικαιολογία για το αναιμικό αυτό ποσοστό, μιας και δεν υπάρχει καμία απολύτως απαγόρευση για την κατανομή των κεφαλαίων, πλην της ήδη προεξοφλημένης μερίδας του λέοντος, που αφαιρείται εξαρχής για τόκους και αμυντικές δαπάνες.

Έτσι, η υγεία φαίνεται να τίθεται στο περιθώριο του κυβερνητικού σχεδιασμού, χωρίς να είμαι σε θέση να απαντήσω αν αυτό γίνεται εκ προθέσεως ή λόγω έλλειψης κεντρικού πλάνου. Βέβαια αναρωτιέμαι ποιο από αυτά τα δυο είναι χειρότερο, αν και το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το ίδιο: Η διαιώνιση και η διόγκωση των χρόνιων προβλημάτων, σ’ ένα υδροκέφαλα ιατροκεντρικό σύστημα υγείας.

Η χώρα μας, έχει επιλέξει ένα ιδιότυπο και δαπανηρό μίγμα παραγωγικών συντελεστών όσον αφορά την εργασία, αφού κατέχει σταθερά τα τελευταία χρόνια μια από τις πρώτες θέσεις στον αριθμό των γιατρών που στελεχώνουν τις νοσηλευτικές μονάδες, σε αντίθεση με τους άλλους επαγγελματίες υγείας και κυρίως τους νοσηλευτές, σε πλήρη ασυμφωνία με τα διεθνώς ισχύοντα.

Την παραπάνω εικόνα, έρχονται να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία που ανακοίνωσε ο ΟΟΣΑ για το 2015 αλλά και παλαιότερα, σύμφωνα με τα οποία στη χώρα μας συμβαίνουν τα παρακάτω «εντυπωσιακά», συγκριτικά με τις άλλες χώρες του Οργανισμού:

• Κατέχουμε την πρώτη θέση σε γιατρούς (ανά 1000 κατοίκους έχουμε 6,3 με μέσο όρο 3,3)

• Κατέχουμε την τελευταία θέση σε νοσηλευτές (ανά 1000 κατοίκους έχουμε 3,6 με μέσο όρο 9,1)

• Έχουμε τη μεγαλύτερη νοσοκομειακή δαπάνη από όλες τις χώρες της Ε.Ε

• Έχουμε τη μεγαλύτερη φαρμακευτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ από όλες τις χώρες της Ε.Ε

• Έχουμε τη μικρότερη εξωνοσοκομειακή δαπάνη υγείας, σε πρωτοβάθμιες δομές υγείας με σχεδόν ανύπαρκτες υπηρεσίες πρόληψης

• Οι Έλληνες πολίτες κατέχουν την πρώτη θέση σε ιδιωτικές δαπάνες υγείας (1118 € ανά οικογένεια με ευρωπαϊκό μέσο όρο 523 €)

• Έχουμε τη μεγαλύτερη αναλογία οδοντιάτρων- πληθυσμού σε όλη την Ευρώπη ( έχουμε περίπου 15000 οδοντιάτρους)

• Σε κάθε γιατρό, αντιστοιχεί …μισός νοσηλευτής, όταν σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο η αντιστοιχία είναι 3 νοσηλευτές ανά έναν γιατρό

Με βάση τα παραπάνω ανατριχιαστικά στοιχεία, προκύπτει ότι η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα με πολύ περισσότερους γιατρούς απ’ όσους μπορεί να αντέξει, χωρίς να έχει δώσει το ρόλο που πρέπει, στους ελάχιστους εναπομείναντες νοσηλευτές (όπως έχουν κάνει οι…κουτόφραγκοι και οι υπερατλαντικοί μας σύμμαχοι) και βέβαια σπαταλάει το πενιχρό ποσοστό που διαθέτει από τον προϋπολογισμό της σε τελείως λάθος κατευθύνσεις, αδυνατώντας (ή μη θέλοντας) να καταλάβει ότι επενδύοντας ένα ευρώ στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και την πρόληψη, εξοικονομεί με ασφάλεια δέκα ευρώ από την απομείωση του συνωστισμού των τριτοβάθμιων νοσηλευτικών ιδρυμάτων και τον περιορισμό της δαπανηρής νοσηλείας σε χρόνο και σε χρήμα.

Ο ασφαλέστερος κυματοθραύστης της αθρόας εισαγωγής ασθενών στα νοσοκομεία, είναι ένα συμπαγές και οργανωμένο δίκτυο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, κάτι που χρειάζεται γενναίες διαρθρωτικές αλλαγές με ανακατανομή των υγειονομικών πόρων και βέβαια όχι βελόνες πλεξίματος…

Και ενώ στη Γαλλία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία και αλλού εδώ και δεκαετίες, χιλιάδες νοσηλευτές ασχολούνται επαγγελματικά με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας έχοντας αναπτύξει μια πολύ αξιόλογη επιχειρηματική δραστηριότητα ως ιδιοκτήτες ή εταίροι τέτοιων δομών, στην Ελλάδα προ διετίας, η ανάλογη απόπειρα θεσμοθέτησης του νοσηλευτικού ιδιωτικού έργου στην κοινότητα, άντεξε μόλις τρεις μέρες, όταν ο τότε Υπουργός Υγείας, ανακάλεσε τη δική του Υπουργική Απόφαση πριν ακόμα στεγνώσει το μελάνι στο ΦΕΚ, κάτω απ’ την πίεση των ιατρικών συλλογικών οργάνων και ενόψει των επικείμενων εθνικών εκλογών του Ιανουαρίου του 2015.

Επιπλέον, το πραγματικό ποσοστό που φτάνει στον τελικό αποδέκτη των υπηρεσιών υγείας, ήτοι τον πολίτη, είναι πολύ μικρότερο από το 4,7% του προβλεπόμενου κονδυλίου, μιας και η προκλητή ζήτηση των υπηρεσιών, η παραοικονομία και οι ομιχλώδεις συναλλαγές όσων λειτουργούν μέσα στο ΕΣΥ ως ιδιώτες, απορροφούν ένα μεγάλο μέρος των παραπάνω κεφαλαίων.

Η υπερσυνταγογράφηση, η κατάχρηση και η πλήρης αναρχία στη διαχείριση των πανάκριβων χημειοθεραπευτικών και κυτταροστατικών φαρμάκων, η πρωτιά μας στις καισαρικές και στις απεικονιστικές εξετάσεις δεν είναι κάτι καινούργιο.

Όλα αυτά λοιπόν (κάποιοι τα ονόμασαν «πάρτι»), συνηγορούν στο ότι όσο η Πολιτεία ανέχεται και δεν αλλάζει τον ιατροκεντικό προσανατολισμό του ΕΣΥ, είναι υπόλογη για το συνεχιζόμενο έγκλημα κατά της δημόσιας υγείας.

Τα στοιχεία αυτά είναι αναμφισβήτητα και δεν προσφέρονται για μικροπολιτική εκμετάλλευση από κανέναν.
Αν οι κυβερνώντες αισθάνονται υπερήφανοι γι’ αυτά, ας το δηλώσουν. Αν πάλι όχι, τότε θα έπρεπε ήδη να έχουν λάβει τα μέτρα τους για να τα ανατρέψουν.

Εκτός βέβαια κι αν τα αγνοούν, ή απλώς δε τους δίνουν σημασία, πράγμα πιθανόν, αν κρίνουμε από τις επιλογές της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας που μπορούν να χαρακτηριστούν αποσπασματικές, χωρίς ορίζοντα, χωρίς στόχο και δίχως κανένα απολύτως όραμα.

Ο κομματισμός που διάβρωσε επί δεκαετίες το ΕΣΥ (όπως και γενικότερα τη δημόσια διοίκηση), εκτοπίζοντας κάθε έννοια αξιοκρατίας και ορθολογικής αξιολόγησης του ανθρώπινου δυναμικού του, προστιθέμενος με όλα τα παραπάνω, δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Ο πράγματι αξιόλογος νόμος 4369/2016 ή άλλως «νόμος Βερναρδάκη», αν και έγινε αποδεκτός με ανακούφιση από τη μεγαλύτερη μερίδα των εργαζομένων που πιστεύει στην αξιοκρατική εξέλιξη και στην αμερόληπτη κρίση για την ιεραρχία, παραπέμφθηκε στις καλένδες για να εφαρμοστεί το 2018, ανοίγοντας διάπλατα τις πόρτες των αναθέσεων στις θέσεις ευθύνης με απολύτως μεροληπτικό τρόπο από τους διοικητές των νοσοκομείων, ρίχνοντας έτσι λάδι στη φωτιά της ανθρωποφαγίας που πλέον έχει διχάσει τους υπαλλήλους, δημιουργώντας ένα κλίμα τρομακτικά εμφυλιοπολεμικό.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που περίμεναν με αγωνία να δουν ένα νέο άνεμο φρεσκάδας, καινοτομίας, πλουραλισμού και συμμετοχικότητας να πνέει από τη νέα ηγεσία του υπουργείου Υγείας.

Παρ’ όλα αυτά η εν γένει αντιμετώπιση των ιθυνόντων προς τους νοσηλευτές, όπως λ.χ. η σύνθεση των επιτροπών που συστάθηκαν για την εκπόνηση μελετών αναφορικά με τους διάφορους τομείς (ΠΦΥ, Ψυχική Υγεία κτλ), παρέμεινε σταθερά προσηλωμένη στο υπάρχον αντιδραστικό ιατροκεντρικό μοντέλο, με τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας να περιορίζονται στο ρόλο του παρία ενός συστήματος που δε φαίνεται να δείχνει σημάδια ανάκαμψης.

Η εμμονή της ηγεσίας στην αποτυχημένη συνταγή των προκατόχων τους και η επιδεικτική άρνηση της αξιοποίησης των γνώσεων και της εμπειρίας των υπολοίπων επαγγελματικών ομάδων, γεννά πολλά ερωτηματικά που πρέπει να απασχολήσουν στα σοβαρά την κυβέρνηση.

Αν επιθυμούν ένα κακέκτυπο του παρελθόντος, το έχουν ήδη εξασφαλίσει. Αν όμως θέλουν να φέρουν κάτι καινούργιο, θα χρειαστούν τη βοήθεια όλων μας.
Δεν έχουν λοιπόν παρά να τη ζητήσουν.

Άρης Δάγλας, Πρόεδρος ΠΑΣΥΝΟ-ΕΣΥ, Γενικός Γραμματέας ΕΝΕ

Σχετικά Άρθρα

Back to top button