Απόψεις

Μεταρρυθμίζοντας την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (2ο)

Η πολιτική βούληση για μια εκ βάθρων μεταρρύθμιση στην ΠΦΥ είναι δεδομένη και τελεί υπό τις ευλογίες τόσο της Τεχνικής Βοήθειας για την Υγεία (Task Force), όσο και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Υπάρχει μια καθολική αναγνώριση της ανάγκης να φύγουμε από το σημερινό κατακερματισμένο, αποπροσωποποιημένο, μη βιώσιμο και συχνά αναποτελεσματικό σύστημα υγείας προς ένα σύστημα που θα υποστηρίζει υγιέστερους πολίτες, οικογένειες και κοινότητες με χαμηλότερο κόστος.

Αλλαγές στον τρόπο που η ΠΦΥ οργανώνεται και προσφέρεται, δυνατόν να πετύχουν την ανταπόκριση στην ανάγκη για ενσωμάτωση, προσωποποίηση και βιωσιμότητα.

Είναι καλά τεκμηριωμένο πως συστήματα υγείας που βασίζονται στην ΠΦΥ από οικογενειακούς γιατρούς στην κοινότητα, παρέχουν τόσο περισσότερο κλινικά αποτελεσματική, όσο και αποδοτική φροντίδα, από αυτά με φτωχό προσανατολισμό στην πρωτοβάθμια.

Επιπλέον τα συστήματα αυτά προάγουν την κοινωνική δικαιοσύνη και περιορίζουν τις ανισότητες στην υγεία. Το πρώτο κρίσιμο βήμα για την αλλαγή, πραγματοποιήθηκε με την εισαγωγή του θεσμού του οικογενειακού γιατρού με τον νόμο 4238, τον ιδρυτικό για το Π.Ε.Δ.Υ. (Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας) από τον τότε υπουργό υγείας κ. Άδωνη Γεωργιάδη, τον Φεβρουάριο του 2014.

Δυστυχώς, 10 μήνες μετά, ακόμα δεν έχουν καθορισθεί οι παράμετροι λειτουργίας και ο θεσμός δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή. Αποτέλεσμα οι υπηρεσίες υγείας που απολαμβάνουν οι ασφαλισμένοι στο επίπεδο της ΠΦΥ, να εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από χαμηλή ποιότητα και χαμηλή αποδοτικότητα.

Η μεταρρύθμιση στην ΠΦΥ πρέπει να πετύχει τρεις στόχους παράλληλα: να βελτιώσει την ποιότητα της φροντίδας, να αυξήσει την πρόσβαση, ελαττώνοντας παράλληλα τη δαπάνη.

Για την επίτευξη του τριπλού στόχου είναι επιβεβλημένη η επέκταση της ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού. Νομοθετικές ρυθμίσεις επιχειρούν την άρση των εμποδίων στην πρόσβαση στη φροντίδα για τους ανασφάλιστους (health voucher, φαρμακευτική περίθαλψη κλπ).

Ίσως η αποσύνδεση της ασφαλιστικής κάλυψης από το εργασιακό status και η χρηματοδότηση του συστήματος από τη γενική φορολογία,αποτελεί την απόλυτη λύση για την καθολική κάλυψη του πληθυσμού.

Για την επίτευξη των άλλων δυο στόχων, η μεταρρύθμιση θα πρέπει να γίνει στον τρόπο που παράγονται οι υπηρεσίες. Σαν λύση προβάλλει η τοποθέτηση του οικογενειακού γιατρού στο επίκεντρο του συστήματος.

Αυτός παρέχει ασθενοκεντρική, ολιστική,συντονισμένη, προσβάσιμη φροντίδα, εστιασμένη στην ποιότητα. Κάθε ασφαλισμένος επιλέγει τον προσωπικό οικογενειακό του γιατρό και εγγράφεται στη λίστα του.

Η πρόσβαση στον οικογενειακό γιατρό είναι χωρίς οικονομική επιβάρυνση για τον πολίτη. Ο οικογενειακός γιατρός πρέπει να αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ασθενούς με το σύστημα υγείας, καθώς και την πύλη εισόδου γι αυτό.

Είναι υπεύθυνος για την αντιμετώπιση της συντριπτικής πλειοψηφίας των αναγκών υγείας του ασθενούς. Συντονίζει την φροντίδα, όταν αυτή πρέπει να αναζητηθεί σε ανώτερα επίπεδα φροντίδας. Ενσωματώνει τη φροντίδα για οξέα και χρόνια νοσήματα, την ψυχική υγεία και την πρόληψη.

Χτίζει μακρόχρονες σχέσεις- συνεργασίες με τους ασθενείς του, τους οποίους γνωρίζει μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας και της κοινότητας τους. Εξασφαλίζει τον προσανατολισμό στον ασθενή ως όλον, ακολουθεί κατευθυντήριες οδηγίες στην πρακτική του βασισμένες στα επιστημονικά τεκμήρια και υιοθετεί αρχές της Συνεχούς Βελτίωσης Ποιότητας (CQI).

Ο οικογενειακός γιατρός αποκτά υπευθυνότητα για την υγεία του πληθυσμού της λίστας των ασθενών του. Αυτός λαμβάνει υπόψη του όλους τους παράγοντες, πέρα από τους τοίχους του ιατρείου, που επηρεάζουν την υγεία του πληθυσμού ευθύνης του, το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ασθενείς του ζουν και εργάζονται, ώστε να είναι σε θέση να επηρεάσει θετικά τα αποτελέσματα υγείας τους.

Οι σύγχρονες μέθοδοι αποζημίωσης του οικογενειακού γιατρού βασίζονται σημαντικά στη σύνδεση της αποζημίωσης με την αξία των υπηρεσιών που παράγουν (αποζημίωση βάση απόδοσης, κίνητρα για επίτευξη στόχων) και όχι με τον όγκο αυτών,στοχεύοντας σε καλύτερη ή/ και λιγότερο δαπανηρή φροντίδα, παρά στην παραγωγή όγκου υπηρεσιών.

Μεταφέροντας στην ελληνική πραγματικότητα την αλλαγή αυτή στην αποζημίωση, ο γιατρός δεν θα έχει κίνητρο να φέρνει τον διαβητικό ασθενή του, κάθε μήνα στο ιατρείο του, για να επαναλαμβάνει την ίδια συνταγή φαρμάκων, αδιαφορώντας εν πολλοίς ακόμα και για το αν ο ασθενής είναι ρυθμισμένος, αλλά αντιθέτως το μόνο που θα τον ενδιαφέρει θα είναι να τον έχει ρυθμισμένο…

Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα για το πόσο ευεργετικά μπορεί να λειτουργήσει η σύνδεση της αποζημίωσης με την απόδοση,αποτελούν οι μονάδες οικογενειακής ιατρικής της Πορτογαλίας, τη λειτουργία των οποίων είχα την τύχη να γνωρίσω σε μια αποστολή υπό τον WHO Europe.

Τη στιγμή αυτή λειτουργούν παράλληλα μονάδες με οικογενειακούς γιατρούς μισθωτούς και με οικογενειακούς γιατρούς, που η αποζημίωση τους εξαρτάται από τα αποτελέσματα τους και μπορεί να φθάσει να είναι πολύ υψηλότερη.Φαίνεται πως αυτοί που έχουν κίνητρα για υψηλή απόδοση, επιτυγχάνουν πολύ καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία του πληθυσμού τους πχ ποσοστό διαβητικών ασθενών με γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη <8%: 69,5% με 37,5%, ποσοστό γυναικών ηλικίας 50- 70 ετών που έχουν κάνει μαστογραφία τα τελευταία δύο έτη: 69% με 44,5%.

Aν και ο οικογενειακός γιατρός αποτελεί το θεμέλιο στη φροντίδα του ασθενούς, δεν δρα μόνος του, αλλά αντιθέτως σε συνεργασία με ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, με άλλους επαγγελματίες υγείας (ομάδες υγείας), με οργανισμούς κλπ. Όταν η φροντίδα του ασθενούς πρέπει να αναζητηθεί σε ανώτερα επίπεδα, ο οικογενειακός γιατρός παραμένει υπεύθυνος για το συντονισμό της φροντίδας, εξασφαλίζει την πρόσβαση του ασθενούς του σε αυτά,καθώς και υποστηρίζει την κυκλοφορία του στα διάφορα επίπεδα.

Απαραίτητο κρίνεται να θεσπιστεί ένα σύστημα παραπομπής προς την εξειδικευμένη φροντίδα, περιπατητική-εξωνοσοκομειακή, αλλά και νοσοκομειακή.

Ο οικογενειακός γιατρός εξασφαλίζει την πρόσβαση σε περισσότερο κατάλληλες υπηρεσίες υγείας για τον ασθενή του και τον προστατεύει από την άσκοπη ή και ακατάλληλη φροντίδα από ειδικούς. Το σύστημα πρέπει να επιβραβεύει τη χρήση του οικογενειακού γιατρού ως πρώτου σημείου επαφής για οποιοδήποτε επεισόδιο υγείας, πλην των πραγματικά επειγόντων.

Για να μπορέσει ο οικογενειακός γιατρός να παίξει το ρόλο του στο σύστημα υγείας κρίνεται απαραίτητο να αναπτυχθούν κάποια βοηθήματα.

Απαραίτητη είναι η ανάπτυξη ενός πλήρους ηλεκτρονικού φακέλου ασθενούς, με την πολύτιμη ψηφιοποιημένη πληροφορία υγείας να μπορεί να διαχέεται και να αξιοποιείται σε πολλά επίπεδα- ιατρός,κοινότητα, νοσοκομείο, περιφέρεια, εθνικό προς όφελος της δημόσιας υγείας, της οικονομίας, της έρευνας, της ασφάλειας και της ποιότητας της φροντίδας.

Μηχανισμοί ελέγχου της ποιότητας της φροντίδας πρέπει επίσης να αναπτυχθούν (auditing).

Τέλος πρέπει να σχεδιαστούν και να δοθούν στον οικογενειακό ιατρό προς εφαρμογή, ένα εθνικό πρόγραμμα προσυμπτωματικού ελέγχου, καθώς και εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη βέλτιστη πρακτική.

Σχετικά Άρθρα

Back to top button