Ειδήσεις Υγείας

Νέα δεδομένα για τη χρήση θερμαινόμενων προϊόντων καπνού!

Το πρώτο επιστημονικό συνέδριο 1st Scientific Summit on Tobacco Harm Reduction: Novel products, Research & Policy, που αντιμετωπίζει «ολιστικά» το «κάπνισμα» με την ευρεία του έννοια πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα με πρωτοβουλία των Δημήτρη Κουρέτα και Κωνσταντίνου Πουλά.

Ειδικότερα ο Patrick Picavet, MD Director Medical Affairs της PMI Science, παρουσίασε για πρώτη φορά στο συνέδριο, τα πρώτα αποτελέσματα μελέτης για τις επιπτώσεις στο καρδιαγγειακό του Συστήματος θέρμανσης καπνού (THS) συγκριτικά με το κάπνισμα. Η μελέτη εξέτασε ισότιμα 8 καταληκτικά σημεία κινδύνου (μεταβολισμό λιπιδίων, θρόμβωση, ενδοθηλιακή λειτουργία, οξεία επίπτωση του μονοξειδίου του άνθρακα, φλεγμονή, οξειδωτικό στρες, πνευμονική λειτουργία, γενοτοξικότητα) σε ενήλικες καπνιστές που μετέβησαν από το τσιγάρο στο σύστημα θέρμανσης καπνού συγκριτικά με καπνιστές που συνέχισαν το τσιγάρο, και έδειξε ότι η πλήρης μετάβαση (χωρίς παράλληλη χρήση συμβατικού τσιγάρου) είναι η καλύτερη λύση για τους καπνιστές. Οι πέντε από τους 8 παράγοντες που εξετάστηκαν έδειξαν ευνοϊκή μεταβολή μετά τη μετάβαση στο σύστημα θέρμανσης καπνού.

Τα αποτελέσματα της μετάβασης από το συμβατικό στο ηλεκτρονικό τσιγάρο εξετάζει και η μελέτη «SmokeFreeBrain Study» η οποία χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στην οποία συμμετέχουν το St. George’s University of London, Public Health England και το Α.Π.Θ.

O Alexis Bailey, BSc, PhD, Senior Lecturer in Neuropharmacology, St. George’s University of London, επισήμανε ότι η μελέτη αυτή παρέχει σημαντικές πληροφορίες για την ασφάλεια του ηλ. τσιγάρου, για την αποτελεσματικότητά του στη διακοπή του καπνίσματος διερευνώντας τους βιολογικούς και νευροβιολογικούς μηχανισμούς πίσω από τη δράση του ηλ. τσιγάρου.

Στη μελέτη συμμετείχαν ενήλικες καπνιστές (>10 τσιγάρα/ημ.) που επιθυμούσαν να διακόψουν το κάπνισμα. Τα αποτελέσματα έδειξαν ελαφρά μείωση της εξάρτησης από τη νικοτίνη και της επιθυμίας για τσιγάρο, μείωση της κατανάλωσης νικοτίνης, ελαφρά βελτίωση της ποιότητας του ύπνου και της ποιότητας ζωής γενικότερα. Ενώ αρχικά οι συμμετέχοντες στη μελέτη εμφάνισαν «σύνδρομο στέρησης», έπειτα από 28 ημέρες χρήσης του ηλ. τσιγάρου, τα συμπτώματα εξομαλύνθηκαν. Συμπερασματικά, τα αποτελέσματα συνάδουν με τη χρήση του ηλ. τσιγάρου στη διακοπή καπνίσματος.

 

 

 

 

 

 

Στη συζήτηση συνέβαλε σημαντικά με την παρουσίαση της ξεχωριστής προσέγγισης του Ηνωμένου Βασιλείου στον περιορισμό του κινδύνου από τον καπνό, ο Martin Dockrell, Tobacco Control Programme Lead, Public Health England. Το Η.Β. είναι από τις λίγες χώρες που έχει υιοθετήσει τη χρήση ηλ. τσιγάρου/νέων προϊόντων καπνού ως εργαλείου για τη διακοπή του καπνίσματος.

Το Η.Β. έχει από τους αυστηρότερους κανονισμούς στην Ευρώπη και όλα τα ηλ. τσιγάρα που κυκλοφορούν στη χώρα έχουν ελεγχθεί και έχουν χαμηλά επίπεδα τοξικών ουσιών. Όπως τόνισε ο κ. Dockrell, το ηλεκτρονικό τσιγάρο βοηθάει τους καπνιστές να διακόψουν το κάπνισμα.

Τη δεύτερη μέρα του συνεδρίου παρουσιάστηκαν ερευνητικά αποτελέσματα από ερευνητές που είχαν υποβάλλει τις περιλήψεις τους στο συνέδριο, στους τομείς της Τοξικολογίας και της χημείας των αερολυμάτων, της χημικής σύνθεσης του αερολύματος, μέγεθος και κατανομή των σωματιδίων, θερμοκρασία και τοξικές ουσίες, ποιότητα του αέρα εσωτερικού χώρου, στην Αξιολόγηση βιοδεικτών σε ζώα ή σε ανθρώπους, καθώς και μελέτες στο στάδιο της προκλινικής αξιολόγησης.

 

 

 

 

 

 

 

Χωρίς αμφιβολία, το κάπνισμα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας και σημαντική απειλή για την υγεία και την ευεξία, παγκοσμίως. Την τελευταία δεκαετία το συνολικός αριθμός θανάτων από το κάπνισμα τριπλασιάστηκε, από 2,1 εκατ. σε 6 εκατομμύρια. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο, 13 εκατομμύρια Ευρωπαίοι πάσχουν από κάποια χρόνια ασθένεια που οφείλεται στο κάπνισμα, με συνέπεια αυξημένες ανάγκες θεραπείας (συνήθως διά βίου), σημαντική οικονομική επιβάρυνση για τα συστήματα υγείας και απώλεια παραγωγικότητας οφειλόμενη στη νοσηρότητα και θνητότητα.

Ο επιπολασμός του καπνίσματος στην Ελλάδα

Στη συνεδρία «Tobacco control and smoking cessation» παρουσιάστηκαν επιδημιολογικά στοιχεία για την Ελλάδα καθώς και οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις στη διακοπή του καπνίσματος, με ειδική αναφορά στην νέα προσέγγιση του «περιορισμού του κινδύνου» που ανέπτυξε ο κ. Αθανασάκης.

Η Ελλάδα, έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά επιπολασμού του καπνίσματος μεταξύ των χωρών μελών της Ε.Ε. και του Ο.Ο.Σ.Α.· ωστόσο παρατηρείται σημαντική μείωση στα ποσοστά αυτά συγκριτικά με την προηγούμενη δεκαετία (statistics.gr). Τα τελευταία 50 χρόνια, καταγράφηκαν περίπου 420.000 θάνατοι από σχετιζόμενες με το κάπνισμα νόσους στην Ελλάδα. Η τελευταία εκτίμηση είναι ότι 18,1% των θανάτων στον πληθυσμό άνω των 35 ετών οφείλεται στο κάπνισμα.

Η μελέτη «Υγεία και Ευημερία» της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, όπως ανέφερε στην ομιλία του ο Κώστας Αθανασάκης, Ερευνητής, Τμήμα Οικονομικών της Υγείας, ΕΣΔΥ, δείχνει σταθερή μείωση του ποσοστού των καπνιστών στην Ελλάδα: σύμφωνα με στοιχεία του 2006 το ποσοστό των καπνιστών στους ενήλικες ανερχόταν σε 46,8% ενώ σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία ανέρχεται σε περίπου 32,1%. Ενδεικτικά, Το άμεσο κόστος του τσιγάρου είναι, με συντηρητικές εκτιμήσεις, 1,76 δισ. (δηλ. 7,9% των συνολικών δαπανών για την υγεία), ενώ το άμεσο και το έμμεσο κόστος ανέρχονται σε 3,27 δισ. ευρώ ή 1,5% του ΑΕΠ.

Διαχείριση και πολιτικές μείωσης του καπνίσματος

Η διαχείριση και η μείωση της έκθεσης στους μείζονες παράγοντες κινδύνου για την υγεία είναι ο κύριος στόχος της δημόσιας υγείας, και το κάπνισμα εξαιτίας του υψηλού επιπολασμού του παραμένει μια από τις μεγάλες προτεραιότητες παρέμβασης. Οι πολιτικές για τη διακοπή του καπνίσματος μπορούν να ενταχθούν σε δύο κατηγορίες: Tις ρυθμιστικές παρεμβάσεις (νομοθεσία) και τις συμπεριφορικές παρεμβάσεις (κίνητρα για αλλαγή συνηθειών του πληθυσμού, π.χ. αύξηση τιμών). Η αύξηση των τιμών (π.χ. με την επιβολή τελών) έχει μετρήσιμα αποτελέσματα όσον αφορά τη μείωση του καπνίσματος και σύμφωνα με μελέτες, μια αύξηση 10% στις τιμές έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης κατά 2,5-5%.

Η «μείωση του κινδύνου», μια ολιστική πολιτική στο πλαίσιο των πολιτικών δημόσιας υγείας, μπορεί να θεωρηθεί ως «δεύτερη επιλογή» μεταξύ των πολιτικών κατά του καπνίσματος, με τη «διακοπή του καπνίσματος» να παραμένει η κύρια στρατηγική.

Η τροποποίηση των συμπεριφορών έναντι των κινδύνων για την υγεία, μεταξύ των οποίων είναι το κάπνισμα, με σκοπό την υιοθέτηση ενός «υγιεινού τρόπου ζωής, θα πρέπει να αποτελεί κεντρικό ζητούμενο των πολιτικών για τη δημόσια υγεία.

 

 

 

 

 

 

Ο Άγις Τσουρός, MD, PhD, FFPH (UK), International Adviser Health Policy and Strategy; Former Director of the Division of Policy and Governance for Health and Wellbeing, WHO, είπε «Μας πήρε 50 χρόνια από τότε που βεβαιωθήκαμε για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος να ‘δράσουμε’ για να το περιορίσουμε». Παρουσιάζοντας τους στόχους του Π.Ο.Υ., κατέληξε ότι έχουμε όλοι μας υποχρέωση να εξασφαλίσουμε ότι τα παιδιά μας, τα παιδιά όλου του πλανήτη, θα μεγαλώσουν σε έναν κόσμο χωρίς τις συνέπειες του καπνίσματος.

Πολιτικές Δημόσιας υγείας και κανονιστικό πλαίσιο

Αναφορά στο κανονιστικό πλαίσιο για τα προϊόντα που σχετίζονται με την υγεία και ιδιαίτερα για τα προϊόντα καπνού έκανε ο κ. Μιχάλης Τουμπής, Πνευμονολόγος, και συγκεκριμένα στην ευρωπαϊκή Οδηγία για τα Προϊόντα Καπνού και στα μέτρα EMPOWER του Π.Ο.Υ., τα οποία είναι υποστηρικτικά στην εφαρμογή αποτελεσματικών εθνικών παρεμβάσεων για τη μείωση του καπνίσματος που περιέχεται στη Σύμβαση Πλαίσιο για τον Έλεγχο του Καπνού (FCTC, WHO). Επισήμανε ότι το πλαίσιο αυτό είναι επαρκές αν ενημερωθεί σε σχέση με τα νέα προϊόντα, και πρέπει να εφαρμόζεται πλήρως.

 

 

 

 

 

 

Παρουσιάζοντας τις πολιτικές ευρωπαϊκών και άλλων κρατών, παγκοσμίως σε σχέση με το ηλ. τσιγάρο, ο καθηγητής Νίκος Μανιαδάκης, Τομέα Οργάνωσης & Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, Αναπλ. Κοσμήτορας ΕΣΔΥ, επισήμανε ότι παρότι σύμφωνα με κάποια πρώτα στοιχεία, ορισμένα προϊόντα συνδέονται με σημαντική μείωση της έκθεσης σε βλαβερές τοξικές ουσίες, τα επιστημονικά δεδομένα δεν είναι αρκετά για να αξιολογήσουμε με βεβαιότητα τις διαφορές κινδύνου μεταξύ νεότερων και υπαρχόντων προϊόντων καπνού.

 

Σχετικά Άρθρα

Back to top button