Συνεντεύξεις - Άρθρα

Να νηστέψω ή όχι;

Βρισκόμαστε χρονικά στο μέσο της μεγαλύτερης θρησκευτικής λατρευτικής περιόδου των Ελλήνων, τη νηστεία της Σαρακοστής. Μια περίοδο που αποτελεί εικόνα του θρησκευτικού πιστεύω πολλών Ελλήνων αλλά και ένας σαφής αντικατοπτρισμός αυτού που ονομάζουμε μεσογειακή διατροφή.

Σε πολλές θρησκείες και δόγματα συναντάμε αυτή τη διαδικασία στέρησης της τροφής σαν ένα μέσο εκδήλωσης της πίστης και συμμετοχής των πιστών στο λατρευτικό λειτουργικό. Σε άλλα δόγματα η αποχή από το φαγητό και το νερό είναι ολοκληρωτική και απόλυτη αλλά δεν διαρκεί όλη την ημέρα (Ραμαζάνι) σε εμάς η αποχή από τις τροφές είναι επιλεκτική και συγκεκριμένη όπως η Νηστεία της Σαρακοστής όπου έχουμε πλήρη αποκλεισμό όλων των ζωικής προέλευσης τροφίμων, εκτός από τα θαλασσινά.

Η όλη διαδικασία στο Ορθόδοξο λατρευτικό είναι στενά συνυφασμένη με αυτό που λέμε Μεσογειακή Διατροφή μιας και οι τροφές που επιτρέπονται είναι αυτές που συνολικά χαρακτηρίζουν το Μεσογειακό πρότυπο διατροφής, δηλαδή πολλά φρούτα και λαχανικά, άφθονα δημητριακά και όσπρια και ελαιόλαδο ή ελιές. Μαζί και το ψάρι (εκτός από την Σαρακοστή) και τα θαλασσινά, τροφές που βρίσκει σε σχετική αφθονία κανείς στον Ελληνικό χώρο.

Αναμφισβήτητα κάποιος μπορεί πολλές θετικές απόψεις στο ζήτημα της νηστείας, ειδικά αν την εξετάσει κάτω από το πρίσμα του σύγχρονου τρόπου διατροφής των Ελλήνων αλλά και των κατοίκων των ανεπτυγμένων χωρών.

Ο δυτικοποιημένος τρόπος διατροφής, η οικονομική ανάπτυξη και η ανάπτυξη της τεχνολογίας τροφίμων, έκαναν προσιτές στον ευρύτερο πληθυσμό τροφές που μέχρι τότε παραδοσιακά δεν ήταν στο καθημερινό διαιτολόγιο τους.

Έτσι τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια κατακόρυφη αύξηση της συχνότητας εμφάνισης καρδιοαγγειακών νοσημάτων ,συγκεκριμένων μορφών του καρκίνου, ειδικότερα του πεπτικού, διαβήτη τύπου 2, υπέρτασης, υπερλιπιδαιμιών κλπ. Όλες οι παραπάνω νόσοι είναι στενά συνδεδεμένες με την αύξηση της κατανάλωσης λιπαρών ( κύρια ζωικής προέλευσης) και φυσικά με την αύξηση του σωματικού βάρους.

Μελέτη του Πανεπιστημίου της Κρήτης
έδειξε ότι άτομα που νηστεύουν παρουσιάζουν μειωμένα επίπεδα λιποπρωτεϊνών στο αίμα, μειωμένα επίπεδα ουρικού οξέος και χαμηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας, ενώ υποσυνείδητα, αποκτούν καλές διατροφικές συνήθειες.

Θα περιμένει λοιπόν κανείς ότι η νηστεία είναι μία καλή ευκαιρία για «αποτοξίνωση» και «κάθαρση», (δύο αγαπημένες αλλά βάναυσα κακοποιημένες λέξεις και έννοιες). Όμως ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα.

Αρχικά οι ίδιες οι έννοιες αποτοξίνωση και κάθαρση δεν έχουν έννοια σε αυτό που συμβαίνει καθημερινά στο σώμα μας. Γιατί όσο και να το θέλουμε η καθημερινή αποδόμηση της τροφής στα συστατικά από τα οποία αποτελείτε και η επανασύνθεση τους σε άλλες ενώσεις είναι μία «βρώμικη» διαδικασία από μόνη της. Για αυτό και ο οργανισμός μας έχει τους δικούς του μηχανισμούς «κάθαρσης» και απέκκρισης όλων των άχρηστων ή μη απορροφήσιμων υλικών.

Από την άλλη ούτε η νηστεία μπορεί να θεωρηθεί ένας ασφαλής μηχανισμός διαχείρισης του σωματικού βάρους. Γιατί όταν λέμε νηστεύω δεν εννοούμε μόνο ότι απέχω από κάποια είδη φαγητού, αλλά εννοούμε ότι περιορίζω και την ποσότητα της τροφής γενικότερα. Και πολλές φορές αυτή εγκράτεια δεν υπάρχει.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι βασικό στοιχείο της απώλειας βάρους είναι η διαφορά μεταξύ της καθημερινά προσλαμβανόμενης (μέσω της τροφής) ενέργειας και της καθημερινά δαπανώμενης (σε λειτουργία και δραστηριότητα) ενέργειας.

Πολλές φορές σε περίοδο νηστείας έχει παρατηρηθεί ότι αυξάνεται συνολικά η ποσότητα της τροφής που καταναλώνει κάποιος. Είτε λόγο της απουσίας γεύσεων ή τροφών είτε γιατί υποσυνείδητα η απομάκρυνση των τροφών λειτουργεί απενοχοποιητικά και υπάρχει μεγαλύτερη ανοχή σε αυξημένη κατανάλωση τροφής.

Ένα ακόμα πρόβλημα που υπάρχει σε σχέση με τη νηστεία είναι η ύπαρξη των πολλών φυτικών ινών που σε πολλούς ανθρώπους με προβλήματα στη λειτουργία του εντέρου μπορεί να αποτελέσει ένα αληθινό μαρτύριο.

Για αυτό, άτομα με ευρέθιστο έντερο, σπαστική κολίτιδα, δυσανεξία στη γλουτένη (όχι δεν παχαίνει, παρά τα όσα υποστηρίζουν πολλοί) ή και νόσο το Chron, καλό είναι να ξεχάσουν τη νηστεία και να περιοριστούν στη πνευματική της διάσταση. Γιατί η σάρκα τους όσο πρόθυμη και αν είναι πιθανότατα θα υποφέρει πραγματικά πάρα πολύ.

Το κεφάλαιο των λιπαρών πάντοτε αποτελεί ένα κομβικό σημείο σε οποιοδήποτε πρόγραμμα διατροφής ή δίαιτας και τα τελευταία χρόνια απασχολεί την κοινότητα των διαιτολόγων όχι μόνο το ζήτημα της συνολικής ποσότητας αλλά και της ποιότητας και της προέλευσης των λιπαρών.

Όπως είδαμε από τη νηστεία της Σαρακοστής λείπουν όλα τα ζωικά τρόφιμα, τα γαλακτοκομικά αλλά και τα ψάρια. Έτσι από την μία πλευρά μπορεί να μειώνονται θεαματικά η συμμετοχή των κορεσμένων και από την άλλη έχουμε μια αύξηση της συμμετοχής των μονοαακόρεστων και πολυακόρεστων λιπαρών οξέων. Η χαρά του καρδιολόγου δηλαδή, που βλέπει να εφαρμόζονται στην πράξη οι οδηγίες για καλυτέρευση της ποιότητας της διατροφής.

Βασικό συστατικό σε όλο αυτό αποτελεί η αυξημένη χρησιμοποίηση του ελαιόλαδου και η μεγαλύτερη χρησιμοποίηση των ξηρών καρπών. Χαρακτηριστικό της Ελληνικής διατροφής και όχι της μεσογειακής όπως λανθασμένα έχει επικρατήσει.

Γιατί μπορεί στη λεκάνη της μεσογείου να υπάρχει σημαντική παραγωγή λαδιού, δεν σημαίνει όμως ότι και όλοι οι λαοί το χρησιμοποιούν το ίδιο. Πχ οι Μαροκινοί οι οποίοι αν και Μεσογειακός λαός το χρησιμοποιούν ελάχιστα σε αντίθεση με εμάς που το λάδι κατέχει δεσπόζουσα θέση στη διατροφή μας.

Εδώ πάλι κρύβεται ο κίνδυνος της υπερκατανάλωσης. Τόσο το λάδι στη σαλάτα (που μαζί με το ψωμί «θεραπεύει» την πείνα σε πολλούς) όσο και τα λαδερά φαγητά (δεν βγήκε τυχαία το όνομά τους) που έχουν τη τιμητική τους, πολλές φορές συνεισφέρουν σημαντικά στην αυξημένη πρόσληψη λιπαρών.

Παραπέρα ζητήματα που υπάρχουν με την νηστεία και τη διατροφή έχουν να κάνουν με την απουσία της βιταμίνης Β12 από τα φυτικά τρόφιμα αλλά η χαμηλή βιοδιαθεσιμότητα του φυτικού σίδηρου και ασβεστίου.

Το μυστικό για την αποφυγή προβλημάτων και για τα τρία είναι η ποικιλία στην διατροφή κατά την περίοδο της νηστείας. Η Β12 κύρια βρίσκεται σε ζωικές τροφές. Για να καλυφθούν οι ανάγκες του οργανισμού θα πρέπει να υπάρχει σε εβδομαδιαία βάση κατανάλωση θαλασσινών έτσι ώστε να υπάρχει μια διατροφική πηγή.

Παραπέρα και η κατανάλωση εμπλουτισμένων δημητριακών μπορεί να συνεισφέρει στη κάλυψη των απαιτήσεων, Ευπαθείς ομάδες όπως γυναίκες σε κύηση, μικρά παιδιά και ηλικιωμένοι με προβλήματα υγείας θα πρέπει να λαμβάνουν είτε συμπλήρωμα διατροφής είτε να τροποποιούν τη νηστεία τους καταναλώνοντας και άλλα ζωικά τρόφιμα.

Σε αντίθεση με τη βιταμίνη Β12, υπάρχει μεγάλος αριθμός τροφών φυτικής προέλευσης που έχουν αξιόλογες ποσότητες σιδήρου ή ασβεστίου. Το πρόβλημα που υπάρχει όμως σε αυτή τη περίπτωση είναι η συνύπαρξη συστατικών – ουσιών που εμποδίζουν ή μειώνουν την απορρόφησή τους από τον άνθρωπο. Η προσπάθειά μας λοιπόν πρέπει να στραφεί προς τη κατεύθυνση της αύξησης της απορρόφησης τους.

Είναι γνωστό ότι ο σίδηρος ζωικής προέλευσης απορροφάται καλύτερα από τον πεπτικό σωλήνα σε αντίθεση με το σίδηρο φυτικής προέλευσης. Η βιοδιαθεσιμότητα του φυτικού σιδήρου αυξάνεται όμως σε μεγάλο βαθμό με ταυτόχρονη πρόσληψη βιταμίνης C.

Είναι ιδιαίτερα σημαντική λοιπόν η κατανάλωση φυτικών τροφών που είναι πλούσιες σε σίδηρο. Τέτοιες είναι τα όσπρια, τα σκούρα πράσινα φυλλώδη λαχανικά και οι ξηροί καρποί. Θα πρέπει όμως να συνδυάζονται με τρόφιμα πλούσια σε βιταμίνη C. Βιταμίνη βρίσκεται σε αξιόλογες ποσότητες σε αρκετά φρούτα όπως εσπεριδοειδή, ακτινίδιο, φράουλες και λαχανικά όπως πράσινες πιπεριές, μπρόκολο, μαϊντανό.

Η απομάκρυνση των γαλακτοκομικών από το διαιτολόγιο προκαλεί μια σημαντική μείωση των πηγών ασβεστίου. Υπάρχουν και οι φυτικές πηγές ασβεστίου όπως τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, τα αμύγδαλα, ο χαλβάς, το ταχίνι, τα αποξηραμένα σύκα, το μπρόκολο και το κουνουπίδι.

Εκεί που ο συνδυασμός των τροφών βοηθά πραγματικά στην αναβάθμιση της ποιότητας της διατροφής κατά την διάρκεια της νηστείας είναι στην περίπτωση της κάλυψης των πρωτεϊνικών αναγκών. Τα φυτικής προέλευσης τρόφιμα στην σύνθεσή τους από μόνα τους δεν περιέχουν όλα τα αμινοξέα, εκτός και αν τα «παντρέψουμε» με άλλα τρόφιμα.

Οι απαιτήσεις σε πρωτεΐνη μπορούν να καλυφθούν σχετικά εύκολα από τις φυτικές πηγές όπως είναι τα όσπρια, οι ξηροί καρποί, το ταχίνι και ο χαλβάς που θα πρέπει να καταναλώνονται σε καθημερινή βάση αλλά και τα θαλασσινά (σουπιά, καλαμάρι, γαρίδες, χταπόδι κλπ) τα οποία μπορούν να αποτελούν κύριο γεύμα 2-3 φορές την εβδομάδα. Ιδανικά η ταυτόχρονη κατανάλωση δημητριακών με τα όσπρια καλύπτει όλο το πλέγμα των αναγκών σε αμινοξέα.

Στον παρακάτω πίνακα μπορείτε να δείτε συγκεντρωτικά ποιες τροφές πρέπει να καταναλώνουμε για να επιτύχουμε κάλυψη των απαραίτητων θρεπτικών συστατικών.

Πρωτεΐνη
Όσπρια, ξηροί καρποί και τα παράγωγά τους (καθημερινή κατανάλωση)

Θαλασσινά (2-3 φορές/εβδομάδα).

Σίδηρος
Όσπρια, εμπλουτισμένα δημητριακά και οστρακοειδή. Η κατανάλωση των φυτικών πηγών σιδήρου θα πρέπει να συνοδεύεται και από κατανάλωση πηγών βιταμίνης C (πορτοκάλι, λεμόνι) για την καλύτερη απορρόφησή του.

Ασβέστιο
Αμύγδαλα, πράσινα φυλλώδη λαχανικά, αποξηραμένα σύκα, ταχίνι

Βιταμίνη D
Αρκεί η έκθεση στον ήλιο!!

Βιταμίνη Β12
Θαλασσινά (σουπιά, καλαμάρι, γαρίδες, χταπόδι)
Και μετά τη Σαρακοστή τι;


Σίγουρα το μεγάλο όφελος δεν προκύπτει απλά από την βελτίωση κάποιων βιοχημικών δεικτών ή από την όποια απώλεια κάποιων κιλών. Η νηστεία είναι η χρυσή ευκαιρία για να δοκιμάσει και να δει κανείς στη πράξη πως είναι η ζωή χωρίς την υπερβολική κατανάλωση κρέατος και ζωικών προϊόντων.

Μέσα από τη νηστεία κάποιος μπορεί να αυξήσεις σημαντικά την πρόσληψη των φρούτων και των λαχανικών, να ανακαλύψει νέες γεύσεις και συνδυασμούς τροφών κα τέλος να αποκτήσει ένα πιο ισορροπημένο τρόπο διατροφής. Γιατί νηστεία δεν σημαίνει περιορισμός ή αποκλεισμός τροφής αλλά εγκράτεια και ισορροπία.

Σχετικά Άρθρα

Back to top button