Ειδήσεις Υγείας

Πάρκινσον: Γιατί οι ασθενείς παρουσιάζουν προβλήματα βάδισης;

Οι διακυμάνσεις αυτές εκδηλώνονται έπειτα από μήνες ή χρόνια λήψης της κλασικής φαρμακευτικής θεραπείας και επηρεάζουν αρνητικά την ικανότητα των ασθενών να λειτουργούν φυσιολογικά στην καθημερινή ζωή.
Μάλιστα οι εναλλαγές της καλής κινητικότητας με την ακινησία ή και την υπερκινησία θεωρούνται από τους ασθενείς ως μία από τις δυσκολότερες παραμέτρους της ασθένειάς τους.

Όπως αναφέρει ο νευρολόγος Παναγιώτης Ι. Ζήκος, υπεύθυνος του Ιατρείου Νόσου Πάρκινσον & Συναφών Διαταραχών του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας , όταν εμφανιστούν κινητικές διακυμάνσεις που δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς, τότε ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει ότι βρίσκεται στο προχωρημένο στάδιο της νόσου.

«Είναι σύνηθες για τους ασθενείς να αρχίζουν να εκδηλώνουν διακυμάνσεις της κινητικότητας ύστερα από 3-5 χρόνια θεραπείας, αλλά μπορεί να παρατηρηθούν ακόμα και έπειτα από μόλις 5-6 μήνες ή ύστερα από πολλά χρόνια. Στην πραγματικότητα, «το 50% των ασθενών μας τις παρουσιάζουν μέσα σε 1-2 χρόνια από την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής και το σχεδόν 90% μέσα σε 15 έτη», προσθέτει ο Δρ. Ζήκος.

Έτσι εναλλάσσονται περίοδοι καλής κινητικότητας ή υπερκινησίας με περιόδους μειωμένης κινητικότητας ή ακόμα και ακινησίας – ένα φαινόμενο το οποίο γιατροί και ασθενείς αποκαλούν «ON-OFF».

Το στάδιο των κινητικών διακυμάνσεων της νόσου Πάρκινσον μπορεί να εκδηλωθεί και με άλλα συμπτώματα. «Η επανεμφάνιση μη-κινητικών συμπτωμάτων επίσης μπορεί να υποδηλώνει ότι ο ασθενής έχει μπει στο στάδιο ON-OFF», τονίζει ο Δρ. Ζήκος. «Τέτοια συμπτώματα είναι το άγχος, η κατάθλιψη, οι διακυμάνσεις της ψυχικής διάθεσης, ο πόνος, οι κρίσεις πανικού, η επιβράδυνση της σκέψης και η κόπωση».

Τι να κάνετε

Επειδή οι ασθενείς με Πάρκινσον συνήθως επισκέπτονται τον γιατρό τους όταν βρίσκονται σε φάση ON (δηλαδή όταν το φάρμακο αποδίδει), ο γιατρός μπορεί να μην αντιληφθεί ότι τα συμπτώματά τους έχουν επιστρέψει. Επομένως «είναι πολύ σημαντικό να μην περιμένουν τον γιατρό να τους ρωτήσει, αλλά να του αναφέρουν μόνοι τους οποιαδήποτε διαφορά παρατηρούν στην κινητικότητα ή στα άλλα συμπτώματά τους», επισημαίνει ο Δρ. Ζήκος. «Είναι πιθανό ο γιατρός να τους δώσει ένα ειδικό ημερολόγιο για να σημειώνουν αυτές τις διακυμάνσεις και να τις αξιολογήσει ορθότερα».

Αυτό είναι σημαντικό διότι ο ασθενής μπορεί να χρειάζεται τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής, που μπορεί να περιλαμβάνει αλλαγή ή/και συνδυασμούς φαρμάκων, διαφορετικές δόσεις ή/και αλλαγή στη συχνότητα λήψης.

Οι τροποποιήσεις, όμως, λίγο μπορεί να βοηθήσουν στις υπερκινησίες. Πολύ σύντομα ο ασθενής θα αναγκαστεί να λαμβάνει δόσεις ανά 2-3 ώρες, δυσκολεύοντας σημαντικά την καθημερινότητά του και τον προγραμματισμό δραστηριοτήτων.

«Υπάρχουν πια επιστημονικά δεδομένα (μελέτη early STIM) όπου γνωρίζουμε ότι όταν ο ασθενής βιώσει το στάδιο των κινητικών διακυμάνσεων, τότε η ζωή του μακροχρόνια θα βελτιωθεί πολύ καλύτερα αν επιλέξει να κάνει τοποθέτηση ενός “βηματοδότη” στον θώρακα που ενώνεται με ηλεκτρόδιο με τον εγκέφαλο (το σύστημα λέγεται νευροδιεγέρτης DBS) ή μίας αντλίας συνεχούς χορήγησης φαρμάκων στην κοιλιά», λέει ο ειδικός.

Η χειρουργική αντιμετώπιση εφαρμόζεται στους ασθενείς με κινητικές διακυμάνσεις έπειτα από επιλογή, η οποία γίνεται με βάση συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. την γενικότερη κατάσταση της υγείας τους, τις δόσεις των φαρμάκων που παίρνουν, τις εναλλαγές της κινητικότητας κ.λπ.). Όταν γίνεται σωστή επιλογή ασθενών, μπορεί να τεθούν για τουλάχιστον άλλη μία δεκαετία υπό έλεγχο τα συμπτώματά τους.

Η διάγνωση του σταδίου των κινητικών διακυμάνσεων της νόσου Πάρκινσον δεν είναι εύκολη και απαιτεί μεγάλη εξειδίκευση από τον γιατρό. Και αυτό, διότι η νόσος Πάρκινσον έχει διαφορετική ταχύτητα εξέλιξης σε κάθε ασθενή.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Πάρκινσον: Τι να προσέχετε όταν μαγειρεύετε για τους ασθενείς

Σχετικά Άρθρα

Back to top button