Απόψεις

Πλαστικές επεμβάσεις. Η άποψη ενός Ψυχολόγου

Θα ξεκινήσω με μια γενική αλλά ερευνητικά αποδεδειγμένη διαπίστωση: στις ημέρες μας η υγεία εκλαμβάνεται ως μια κατάσταση σχεδόν απρόσιτης τελειότητας κι η νιότη θεωρείται «φυσιολογική», που ο καθένας μας – ειδικά οι γυναίκες- οφείλει να διατηρήσει Στον αντίποδα η ωριμότητα κι η γήρανση θεωρούνται «μη φυσιολογικές» και συνεπώς μη αποδεκτές καταστάσεις.

Η εμφάνιση έχει γίνει αυτοσκοπός, το όμορφο φαίνεται και «καλό» ενώ αποτελεί πολύτιμο κεφάλαιο στο χώρο των κοινωνικών επαφών και της εργασίας. Όχι μόνο πριμοδοτούμε την ομορφιά αλλά δυστυχώς ποινολογούμε την ασχήμια. Συνεπώς, ότι βοηθάει προς την επίτευξη της τελειότητας, νεότητας κι ομορφιάς είναι αρεστό κι αποδεκτό. Σε αυτό καταλυτικό ρόλο έχουν παίξει τα προβαλλόμενα πρότυπα, η κοινωνική πίεση αλλά και το γεγονός της προσιτότητας των παροχών προς αυτή την κατεύθυνση.

Κάποιες φορές με ρωτάνε εάν είναι αρνητικό για ένα άτομο να «παρεμβαίνει» με αισθητικές επεμβάσεις ώστε να αισθάνεται περισσότερο ελκυστικό.

Ακόμα κι αν ο λόγος που υποβάλλεται στον κίνδυνο (δεν παύει να είναι μια χειρουργική επέμβαση με ότι σημαίνει αυτό) είναι η ματαιοδοξία (όταν μιλάμε για αισθητική πλαστική χειρουργική) δε βρίσκω κάτι το αρνητικό εφόσον αυτό γίνει κατόπιν ωρίμης σκέψης, ελεγχθούν οι εμμονές κι οι προβληματισμοί του ατόμου από ψυχολόγο και διαπιστωθεί –σε συνεργασία με το χειρουργό- ότι οι προσδοκίες του είναι λογικές. Βέβαια στην περίπτωση παρεμβάσεων αποκατάστασης δυσμορφιών, αναφέρομαι στην επανορθωτική πλαστική χειρουργική, το θεωρώ δέον.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να θίξω το θέμα της επιρρέπειας κάποιων ατόμων προς τις πλαστικές. Είναι γνωστό ότι η ψυχολογική ανάπτυξη του ατόμου δεν πραγματοποιείται ανεξάρτητα από το κοινωνικό σύστημα στο οποίο ζει. Η γυναικεία φύση θεωρείται πιο «ευάλωτη» στις κοινωνικές αξιώσεις κι επιβολές κι αυτό είναι που αλλοιώνει περισσότερο τα χαρακτηριστικά της ζωής της σύγχρονης γυναίκας.

Αυτή, (η γυναίκα) στην αέναη προσπάθεια της να προσεγγίσει όσα -μέσα από γενικεύσεις και παραδοχές- παρουσιάζονται σαν αντικειμενικές αλήθειες, τα καλλιεργεί σαν αναγκαιότητες για την προσωπική της ευτυχία, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται σε πρότυπα κι επίπλαστα χαρακτηριστικά που τη μαζοποιούν καθιστώντας τη ανασφαλή, κυρίως ως προς την εξωτερική της εμφάνιση.

Το όριο που καθορίζει την υπερβολή είναι η συνεχής προσπάθεια του ατόμου να διορθώσει κάτι φυσιολογικό ή να έχει εξωφρενικές προσδοκίες. Ένα τέτοιο άτομο μετατρέπει την ιδέα των πλαστικών σε εμμονή κι εισέρχεται σε μια διαταραχή, το «δυσμορφικό σύνδρομο» ή «σωματοδυσμορφική διαταραχή», που αν και σχετικά σπάνια εμφανίζεται όλο και πιο συχνά κι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη.

Τέτοιες περιπτώσεις δεικνύουν βαθύτατη ναρκισσιστική ανάγκη να αρέσει, παραπέμπουν σε μειωμένη αυτοεκτίμηση, άγχος, απογοήτευση, θλίψη κι αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας, που είναι τόσο βασανιστικά ώστε μέσα από ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας το ψυχολογικό πρόβλημα μετατρέπεται σε «δυσμορφία» ενός σημείου του προσώπου ή του σώματος ώστε να μπορεί να το προσδιορίσει και να το αντιμετωπίσει.

Πρόκειται για έναν παρόμοιο μηχανισμό με τις ψυχοσωματικές διαταραχές. Αλλιώς, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι πίσω από τέτοιους εθισμούς υφέρπει μια «αδυναμία συμβολοποίησης» κάποιου ψυχικού προβλήματος.

Με πιο απλά λόγια, η ανασφάλεια για το σώμα, ο φόβος για το γήρας και το θάνατο, η μίμηση τηλεοπτικών προτύπων, αλλά κυρίως η κεκαλυμμένη κατάθλιψη αλλά κι πιθανά άλυτα ψυχολογικά προβλήματα του –πολλές φορές- μακρινού παρελθόντος, ευθύνονται για την έκλυση της ανάγκης για εξωτερικές αλλαγές και την είσοδο στο συγκεκριμένο εθισμό.

Όπως σχεδόν και σε κάθε άλλη συμπεριφορά εθισμού, έτσι κι εδώ οι υποτροπές είναι πιθανό επακόλουθο. Μια ακόμα πλαστική επέμβαση πιθανόν να καλύψει προσωρινά και να απαλύνει για λίγο τον ψυχικό πόνο. Όμως τα βαθύτερα αίτια θα παραμένουν εκεί, κρυμμένα, έτοιμα με την πρώτη ευκαιρία να αναδυθούν ξανά, ενεργοποιώντας περισσότερη οδύνη κι αυτολύπηση.

Το σωστό θα ήταν η αρχική συνάντηση με τον πλαστικό χειρουργό να γινόταν παρουσία ψυχολόγου, όπως γίνεται σε κάποιες χώρες του εξωτερικού. Όμως ας μην «κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας», ποιος πλαστικός θα δεχόταν κάτι τέτοιο;

Οι λίγοι ίσως που το δέχονται ή το πράττουν, είναι, σίγουρα, οι φωτεινές εξαιρέσεις. Κατά τη γνώμη μου, κάποιος που επιθυμεί να προχωρήσει σε μια πλαστική επέμβαση θα πρέπει να επισκεφτεί ένα ψυχολόγο τουλάχιστον όταν ισχύει ένα από τα κάτωθι:

● Σε περίπτωση που υπάρχει έντονος φόβος ή αμφιβολία για την επέμβαση.
● Όταν υπάρχουν εντονότατες αντιδράσεις από το περιβάλλον.
● Σε περιπτώσεις που η επιθυμία του για πλαστικές επεμβάσεις περιλαμβάνει πολλά σημεία του σώματος ή του προσώπου, ταυτόχρονα ή είναι επαναλαμβανομένη, δηλαδή, το άτομο παρουσιάζει την τάση να συνεχίσει τις μεταμορφώσεις με επανειλημμένες πλαστικές.
● Όταν αμφιβάλει για το χειρουργικό αποτέλεσμα, ενώ ο περίγυρος του το θεωρεί επιτυχημένο.

Εν κατακλείδι, αυτό που πρέπει να κυριαρχεί στο μυαλό του ατόμου είναι ότι, ενώ η πλαστική επέμβαση μπορεί να βοηθήσει την εικόνα του, να τονώσει την αυτοπεποίθηση του, δεν μπορεί να αλλάξει τη ζωή του.

Μια πλαστική θα γυρίσει το ρολόι λίγο πίσω αλλά δε δύναται να σταματήσει το χρόνο και την αναπόφευκτη φυσιολογική φθορά την οποία καλό είναι να αποδεχτούμε ως γεγονός. Τέλος, ας αγαπήσουμε την μοναδικότητά μας που πολλές φορές χάνεται καλυμμένη από τα αποτελέσματα μιας πλαστικής.

Δρ. Νίκος Πόρτολας, Ψυχολόγος B.Sc, M.Sc, Ph.D.

Σχετικά Άρθρα

Back to top button