ΑπόψειςΣυνεντεύξεις - Άρθρα

Πρόληψη και Τιμωρία: Πατερναλισμός και Δημόσια Υγεία

Στις δεκαετίες 1890 έως το 1950, πάνω από 12 εκατομμύρια άνθρωποι μετανάστευσαν στις ΗΠΑ μέσω του λιμανιού του Ellis Island, ενός μικρού νησιού, που βρίσκεται στην είσοδο του λιμένα της Νέας Υόρκης.

Από αυτούς, όσοι ήταν επιβάτες της τρίτης θέσης των επιβατικών πλοίων, τα οποία τους μετέφεραν ως μετανάστες στις ΗΠΑ, θεωρήθηκαν δυνητικά επικίνδυνοι για το κράτος, καθώς θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να μεταφέρουν μεταδοτικές ασθένειες ή να επιτελέσουν αξιόποινες πράξεις εντός αμερικανικού εδάφους.

Οι επιβάτες της πρώτης και της δεύτερης θέσης κρίθηκε πως δεν έχρηζαν ίδιας μεταχείρισης, καθώς αν κάποιος είχε αρκετά χρήματα για να εξασφαλίσει ένα ακριβό εισιτήριο, τότε ήταν περισσότερο πιθανό να είναι υγιής ή να μη προβεί σε εγκληματικές και παράνομες πράξεις!

Η παραπάνω ιστορική αναφορά δεν στοχεύει στην ανθρωπολογική – κοινωνιολογική ανάλυση της ραγδαία αυξανόμενης μεταναστευτικής ροής, που πλημυρίζει τα νησιά και γενικότερα την παραμεθόριο το τελευταίο μεγάλο διάστημα, αλλά χρησιμοποιείται ως ιστορικό παράδειγμα υπενθύμισης του περιορισμού των ατομικών ελευθεριών ενός κοινωνικού συνόλου, δηλαδή των φτωχών μεταναστών, με σκοπό την προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.

Το κράτος βάζει σε καραντίνα, σε ένα μικρό νησί, μια επικίνδυνη κοινωνική κάστα, προκειμένου να διασφαλίσει την υγεία και την ευημερία των εύρωστων πολιτών του, θεωρώντας ότι η οικονομική ανέχεια είναι προβλεπτικός παράγοντας της κακής υγείας και της παραβατικότητας. Σε αυτή τη περίπτωση το κράτος λειτουργεί προστατευτικά “ωσάν πατέρας” με σκοπό την προστασία του κοινωνικού συνόλου.

Ο πατερναλισμός είναι η πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία ένας πολιτικός ηγέτης, ή οι κρατικές αρχές ελέγχουν τους πολίτες σε ότι αφορά τη ρύθμιση της συμπεριφοράς τους και τους συμπεριφέρονται σαν να είναι μικρά και ανώριμα παιδιά, τα οποία δεν έχουν την ικανότητα να προστατέψουν τους εαυτούς τους από το κακό και το επικίνδυνο, που δεν ξέρουν πως να διαχειριστούν την ελευθερία τους και που αν δεν ακολουθήσουν το “σωστό” θα πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά, ώστε να μη ξανακάνουν το ίδιο λάθος.

Επί της ουσίας μιλάμε για κρατικό παρεμβατισμό στις ατομικές ελευθερίες για λόγους που σχετίζονται με την κοινωνική πρόνοια, το κοινό καλό και την κοινωνική ευτυχία.
Ενώ ο πατερναλισμός, όπως τον αναπτύσσει ο Πλάτωνας στο έργο του “Πολιτεία”, ταίριαζε σε ολιγαρχικά συστήματα, σήμερα στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες αντιμετωπίζεται με αποκρουστικό τρόπο, καθώς υποκρύπτει παρέμβαση στις ατομικές ελευθερίες και στην αυτονομία επιλογής του ατόμου.

Νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία και την αυτονομία του ατόμου για το δικό του καλό; Μπορούμε να αναθέσουμε στο κράτος να αποφασίζει για όλα τα θέματα για λογαριασμό μας και να μας τιμωρεί σε περίπτωση που δεν ακολουθούμε τις αποφάσεις του; Μπορεί να θυσιάζονται στο όνομα της Δημόσιας Υγείας τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών;

“Για το καλό μου”

Το κράτος αναλαμβάνοντας το ρόλο του κηδεμόνα, προσπαθεί να επιβάλει στους πολίτες του την υγεία, όπως αυτό την ορίζει, ανεξάρτητα πολλές φορές από τις επιθυμίες τους.

Είναι αποδεκτό ότι σε μια ευνομούμενη πολιτεία το άτομο πρέπει να παραχωρήσει ένα μικρό ποσοστό της προσωπικής του ελευθερίας, ώστε να παραμείνει στις τάξεις της. Όμως ακόμα και αν σε κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει όφελος για την υγεία του κοινωνικού συνόλου, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απαραίτητη η παραβίαση της αυτονομίας των πολιτών.

Το δίλημμα δεν είναι αυτονομία ή πατερναλισμός, αλλά η γενική προβληματική του ολοκληρωτισμού.
Για να είναι κάποιος αποδεκτός σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, θα πρέπει να υποτάξει τις ελευθερίες του στην κρατική ή θρησκευτική εξουσία.

Κατ’ αναλογία, για να είναι κάποιος υγιής ή για να παραμείνει ενταγμένος σε ένα υγειονομικό- ασφαλιστικό σύστημα, θα πρέπει να θυσιάσει την αυτονομία του στην εξουσία των κρατικών αποφάσεων.

Ατομική vs Δημόσια Υγεία

Οι στρατηγικές πρόληψης και προαγωγής υγείας πάντα διατρέχουν τον κίνδυνο να ειδωθούν από την κοινωνία ως ένα είδος κοσμικού ή επιστημονικού πουριτανισμού, αφού μια ομάδα ειδικών που κατέχουν την γνώση ή το κράτος μέσω νομοθετικών παρεμβάσεων και διατάξεων, λένε στους πολίτες πως να ζήσουν την ζωή τους, τι να κάνουν ή τι να αποφύγουν, ώστε να απομακρύνουν την ακολασία που πηγάζει από τα σύγχρονα θανάσιμα αμαρτήματα του καπνίσματος, της παχυσαρκίας, της αυξημένης χοληστερόλης και της καθιστικής ζωής.

Αν στο όνομα της προστασία της Δημόσιας Υγείας γίνονται αποδεκτά κάποια προφυλακτικά μέτρα, το διακύβευμα δεν είναι το ίδιο όταν αναφερόμαστε σε ατομικές συμπεριφορές, οι οποίες πρωτίστως βλάπτουν τον εαυτό μας και όχι τους άλλους.

Τα άτομα επιλέγουν ελεύθερα την συμπεριφορά υγείας τους, αν και ο όρος ελεύθερα, επιδέχεται πολύ μεγάλη συζήτηση. Επιλέγουν δηλαδή τα ίδια αν θα καπνίσουν ή όχι, αν θα γεμίσουν το ψυγείο τους με τρόφιμα πλούσια σε λιπαρά, αν θα κάνουν σεξ χωρίς προφυλακτικό, αν θα πάνε γυμναστήριο ή θα καθίσουν ατελείωτες ώρες στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση, αν θα κάνουν προληπτικές εξετάσεις.

Αυτό συμβαίνει κυρίως διότι τα προβλήματα δημόσιας υγείας επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από κοινωνικές πολιτικές και περιβάλλοντα, τα οποία άλλοτε υποστηρίζουν συμπεριφορές και πρακτικές που συνεισφέρουν στην επίλυση του προβλήματος και άλλοτε αποτυγχάνουν να καλλιεργήσουν ατομικές επιλογές για την επίλυση ενός προβλήματος.

Όπως «ο δρόμος προς τον παράδεισο» είναι στρωμένος από καλές προθέσεις, έτσι και ο άνθρωποι είναι έτοιμοι να δηλώσουν όλων των ειδών τις προθέσεις σε θέματα υγείας, οι οποίες στην συνέχεια αποδεικνύονται πλασματικές, όσο πλασματική είναι και η δίαιτα που ξεκινάμε την επόμενη Δευτέρα ή απόφαση να κόψουμε το αλκοόλ κάθε φορά που δεν βρίσκουμε το δρόμο να γυρίσουμε σπίτι μας.

Επομένως οι πολιτικές πατερναλισμού, οι οποίες στοχεύουν στην εξαναγκαστική υπαγόρευση ατομικών συμπεριφορών, που συνδέονται με παράγοντες κινδύνου και αγνοούν το γενεσιουργό ρόλο των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που προσδιορίζουν και επηρεάζουν την κατάσταση της υγείας θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν το λιγότερο άτοπες.

Αν θεωρήσουμε την ασθένεια ως διαδικασία – η έννοια σημαίνει τη συνέχεια των αλυσιδωτών αντιδράσεων που οδηγούν σε αυτή – που αποτελείται από γραμμικά γεγονότα που αντιστοιχούν σε χρονικές περιόδους που εκδηλώνονται κάποια συμπτώματα, οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε με ανάλογο τρόπο και την προληπτική παρέμβαση, σε ότι αφορά την αλλαγή συμπεριφορών που συνεπάγονται κινδύνους για την υγεία.

Η σχέση μεταξύ της συμπεριφοράς και της πιθανότητας εμφάνισης μιας ασθένειας είναι εμφανής και η ερώτηση για τους επαγγελματίες υγείας δεν θα πρέπει να είναι αν θα αποφασίσουν στρατηγικές και προγράμματα πρόληψης που θα επιβάλλουν τιμωρητικές συμπεριφορές, αλλά ποια είναι εκείνα τα προγράμματα και οι στρατηγικές που θα κάνουν τους ενήμερους πολίτες να θέλουν να αλλάξουν τις ανθυγιεινές συμπεριφορές που ακολουθούν και μπορεί μακροπρόθεσμα να τους οδηγήσουν στην ασθένεια.

Οι κυβερνήσεις όλο και περισσότερο καλούνται να εφαρμόσουν πολιτικές που αποσκοπούν στην αλλαγή της συμπεριφοράς των ατόμων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση που συγκεκριμένες συμπεριφορές μπορούν να οδηγήσουν σε νοσήματα με μεγάλο κόστος ιατρικής περίθαλψης.

Όπως είναι αναμενόμενο πατερναλιστικές πολιτικές είναι αμφιλεγόμενες, κυρίως διότι αμφισβητούν τη θεμελιώδη αρχή ότι τα άτομα θα πρέπει να έχουν την κυριαρχία σε ότι αφορά τον εαυτό τους και ότι το κράτος είναι σε θέση να γνωρίζει καλύτερα τι είναι συμφέρον για το κάθε άτομο χωριστά.

Επιπλέον, αυτές οι παρεμβάσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως αντιδημοκρατικές, επειδή οι δημοκρατικές κοινωνίες γενικά επιτρέπουν στους ανθρώπους να κάνουν συνειδητές ενημερωμένες επιλογές και τους παρέχουν τα γνωστικά εχέγγυα, ώστε να επιλέγουν οι ίδιοι τι είναι σωστό.

Η δημοκρατία επιδιώκει να επηρεάσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα από την παρακίνηση και όχι μέσα από τον εξαναγκασμό και την τιμωρία.

Όπως έχει ορίσει ο John Stuart Mill στο βιβλίο του Liberty. ….” η ελευθερία αναφέρεται στην προστασία από την τυραννία των πολιτικών κανόνων…το κράτος δεν νομιμοποιείται να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το “δικό του σωματικό ή ηθικό καλό” δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει κάτι ή να μην κάνει …..γιατί το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και το μυαλό του”.

*Η Έφη Σίμου, είναι ερευνήτρια του Τομέα Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας. Έχει σπουδάσει Επιδημιολογία στο London School of Hygiene, Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και είναι Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σχετικά Άρθρα

Back to top button