ΔιαβήτηςΕιδήσεις Υγείας

Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών: Πώς συνδέεται με τον κίνδυνο διαβήτη;

H ινσουλίνη είναι μία ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας και ρυθμίζει τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Αυτό το επιτυγχάνει διευκολύνοντας τη μεταφορά γλυκόζης από την κυκλοφορία του αίματος μέσα στα κύτταρα, όπου θα αποτελέσει καύσιμη ύλη για την παραγωγή ενέργειας. Η δράση αυτή της ινσουλίνης είναι τόσο σημαντική, που σε απουσία της ορμόνης τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα ανέρχονται σε πολύ υψηλά επίπεδα και αναπτύσσεται σακχαρώδης διαβήτης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις (παχυσαρκία, πολυκυστικές ωοθήκες, προδιάθεση για διαβήτη, υπερέκκριση κορτιζόλης κ.α.), μολονότι δεν επηρεάζεται αρνητικά η παραγωγή και η έκκριση της ινσουλίνης, διαταράσσεται η προαναφερθείσα δράση της στα κύτταρα. Έτσι, παρά την παρουσία της ινσουλίνης, η γλυκόζη δεν μπορεί να ρυθμιστεί, καθώς οι ιστοί “αντιστέκονται” στη δράση της (Ινσουλινοαντίσταση).

Για να το αντιμετωπίσει αυτό ο οργανισμός, εξωθεί το πάγκρεας σε υπερβολική παραγωγή ινσουλίνης, τόσο που τα επίπεδά της στο αίμα να αυξάνονται από 2 έως και 10 φορές πάνω από το φυσιολογικό (Υπερινσουλιναιμία). Το φαινόμενο αυτό είναι τόσο συχνό, που απαντάται περίπου στο 20-26% του ενηλίκου πληθυσμού σε Ευρώπη και Αμερική.

Μια πρόσφατη ανασκόπηση μελετών από το Πανεπιστήμιο της Βερόνα επιβεβαίωσε ότι η ινσουλινοαντίσταση αποτελεί μείζον ζήτημα υγείας στις νεαρές γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Ο Δρ. Πάολο Μοτζέττι αξιολόγησε στοιχεία για την παθογένεση και θεραπεία της εξασθενημένης δράσης της ινσουλίνης που συχνά διαγιγνώσκεται σε γυναίκες με το εν λόγω σύνδρομο.

Εν τέλει, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ινσουλινοαντίσταση αποτελεί βασικό μηχανισμό της παθογένεσης του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών, επειδή κατά βάση η υπερινσουλιναιμία έχει έντονη αλληλεπίδραση με την περίσσεια ανδρογόνων που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη γυναικολογική πάθηση. Επιπλέον, η εξασθενημένη δράση της ινσουλίνης είναι κεντρικός μηχανισμός των μεταβολικών ανωμαλιών, που επίσης εντοπίζεται σε αυτές τις γυναίκες και αποτελεί μείζονα πτυχή του υποκείμενου ιατρικού βάρους που αποδίδεται στο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. “Ένα βασικό ερώτημα που ανακύπτει μετά από κάθε τέτοια μελέτη για το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών είναι ο ρόλος του σωματικού βάρους και συγκεκριμένα του πλεονάζοντος σωματικού λίπους στις γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών.

Ωστόσο, ακόμη και οι ασθενείς που δεν είναι παχύσαρκες, αλλά έχουν αυξημένο σωματικό βάρος (δείκτης σωματικής μάζας >27), έχουν αυξημένο ρίσκο εμφάνισης της νόσου. Αλλαγές στον τρόπο ζωής και/ή συγκεκριμένη φαρμακευτική αγωγή μπορούν να συμβάλλουν θετικά στην διαχείριση της κατάστασης. Αλλά, το θεραπευτικό μοντέλο που επιλέγεται κάθε φορά πρέπει να είναι εξατομικευμένο”, σχολιάζει ο Χάρης Χ. Χηνιάδης, Μαιευτήρας-Χειρουργός Γυναικολόγος .

Υπολογίζεται πως περίπου 20% των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας έχουν πολυκυστικές ωοθήκες, αλλά λιγότερες από τις μισές έχουν τα βιοχημικά και ορμονικά ευρήματα που συνιστούν το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, το οποίο αφορά τελικά στο 4-5% του γυναικείου πληθυσμού αναπαραγωγικής ηλικίας. Μάλιστα, μελέτες για τα αίτια του συνδρόμου έχουν αναδείξει τον ρόλο ενός συγκεκριμένου γονιδίου, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να κληροδοτηθεί από τη μητέρα στην κόρη”.

Συνεπώς, σύμφωνα με τον Δρ. Χηνιάδη, για τη σωστή διάγνωση του συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών καίριας σημασίας είναι η λήψη λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού αξιολογώντας στοιχεία, όπως η παχυσαρκία ή η τάση για εύκολη αύξηση του σωματικού βάρους, φυσικά η κληρονομικότητα και πιο κυρίαρχα χαρακτηριστικά, όπως ο ανώμαλος κύκλος (αμηνόρροια-ολιγομηνόρροια-αραιομηνόρροια σε ποσοστό 20-50%), η αυξημένη τριχοφυία (65-70%), η ακμή (25-35%) και η αλωπεκία (3-6%). “Ένα σημαντικό ποσοστό (20-75%) των γυναικών αυτών πάσχει από υπογονιμότητα και στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών διαγιγνώσκεται κατά τη διάρκεια της διερεύνησης των αιτιών της υπογονιμότητας του ζεύγους”, προσθέτει ο Δρ. Χηνιάδης.

Σχετικά Άρθρα

Back to top button