Συνεντεύξεις - Άρθρα

Η κώφωση του Μπετόβεν υπό το φως της σύγχρονης εποχής

του Δημήτρη Μπαλατσούρα, Δντή ΩΡΛ, Τζάνειο Νοσοκομείο Πειραιά

Αρχική > Συνεντεύξεις - Άρθρα > Η κώφωση του Μπετόβεν υπό το φως της σύγχρονης εποχής

To 2020, το οποίο ξεκίνησε πολύ άσχημα για την ανθρωπότητα, αλλά ελπίζουμε όλοι να εξελιχθεί καλύτερα στη συνέχεια, σηματοδοτεί 250 χρόνια από την γέννηση του Μπετόβεν και είναι αφιερωμένο στον μεγάλο συνθέτη.

Στις 9 Μαϊου γιορτάσθηκε η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ, σύμβολο της οποίας είναι η Ωδή στην Χαρά από την Ενάτη Συμφωνία. Με την ευκαιρία λοιπόν αυτή, σας παρουσιάζω μια μελέτη μου, σχετικά με την αιτιολογία της κώφωσης του Μπετόβεν, ένα θέμα που συνεχίζει να προκαλεί συζητήσεις στον κόσμο της επιστήμης, αλλά και της μουσικής.

Περίληψη

Η κώφωση του Μπετόβεν έχει απασχολήσει τους ιατρούς και τους μουσικολόγους για δύο σχεδόν αιώνες. Στην ανασκόπηση αυτή παρουσιάζονται η πορεία, τα συμπτώματα και η διαφορική διάγνωση της παθήσεως του συνθέτη. Οι διαγνώσεις που προτάθηκαν πρόσφατα, όπως η δηλητηρίαση από μόλυβδο και η αυτόανοσος προσβολή του έσω ωτός, συζητούνται διεξοδικά.

Επιπροσθέτως, συμπεριλαμβάνονται μια βραχεία εισαγωγή για την ζωή και το έργο του Μπετόβεν, σύντομη περιγραφή του ιατρικού του ιστορικού και τα ευρήματα της νεκροτομής. Από την μελέτη αυτή προκύπτει ότι η ανοσοπάθεια αποτελεί μια κλινική οντότητα που μπορεί να εξηγήσει τα περισσότερα από τα συμπτώματα του συνθέτη και υπήρξε, τελικά, η αιτία θανάτου του.

Eισαγωγή

Στην ιστορία της μουσικής δημιουργίας, συχνά έχουν αναφερθεί διάφορα ωτορινολαρυγγολογικά προβλήματα σε μεγάλους συνθέτες. Για παράδειγμα, είναι γνωστός ο θάνατος του Πουτσίνι από επιπλοκές καρκίνου του λάρυγγα, η επίδραση της αποφρακτικής υπνικής άπνοιας στην προσωπικότητα και την συμπεριφορά του Μπραμς ή το πρόωρο τέλος της σταδιοδρομίας του Βέμπερ σαν τραγουδιστή όπερας, όταν ήπιε κατά λάθος νιτρικό οξύ αντί για κρασί και υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα της λαρυγγοφαρυγγικής περιοχής.

Η κώφωση του Μπετόβεν, όμως, αποτελεί ξεχωριστό ζήτημα με τεράστιο ενδιαφέρον, αφού αμέτρητα άρθρα, αλλά και ολόκληρα βιβλία έχουν γραφτεί κατά καιρούς, από ειδικούς και μη, πάντοτε δε ευρίσκεται στην επικαιρότητα. Δύο είναι οι σημαντικότεροι λόγοι γιαυτό. Ο πρώτος είναι το μέγεθος, η προσωπικότητα και το τεράστιο έργο του δημιουργού.

Ο δεύτερος είναι η τραγική ειρωνεία της μοίρας να στερήσει από τον συνθέτη την δυνατότητα να ακούσει ο ίδιος τα μεγάλα έργα του, αυτά τα οποία χαίρεται για δύο αιώνες τώρα ολόκληρη η ανθρωπότητα και αποτελούν από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρωπίνου πνεύματος.
Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η παρουσίαση των διαφόρων θεωριών για την αιτιολογία της κώφωσης του Μπετόβεν, και η κριτική αξιολόγησή τους.

Εισαγωγικά, θα παρουσιασθούν ορισμένες συνοπτικές πληροφορίες για την ζωή και το έργο του δημιουργού. Πολλά στοιχεία που θα αναφερθούν, ιδιαίτερα στην αξιολόγηση της προσωπικότητας και των έργων του συνθέτη, αποτελούν υποκειμενικές γνώμες του συγγραφέα που πηγάζουν από την θερμή του σχέση με την μουσική σε ερασιτεχνικό επίπεδο, και όχι επαγγελματικές απόψεις μουσικοκριτικών.

Η ζωή του (1-3)

Γεννήθηκε στην Βόννη το 1770, προερχόμενος από μουσική οικογένεια. Ο παππούς του ήταν Φλαμανδός και υπηρέτησε σαν αρχιμουσικός της αυλής του εκλέκτορα της Κολωνίας στη Βόννη, όπου εργάσθηκε και ο πατέρας του σαν τενόρος. Οι παιδικές του εμπειρίες ήταν τραυματικές, επειδή ο πατέρας του ήταν αλκοολικός.

Σε ηλικία 11 ετών προσλήφθηκε στην αυλή του εκλέκτορα σαν οργανίστας και σύντομα άρχισε να συνθέτει. Παρότι παρουσιάζεται συχνά σαν παιδί θαύμα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Μότσαρτ και τα πρώτα του έργα δεν έχουν πρωτοτυπία. Διδάσκαλοί του υπήρξαν οι Ries, Neefe, Albrechter και Salieri, ενώ για ένα μικρό διάστημα μαθήτευσε και στον Χάϋντν. Το 1792 πήγε στη Βιέννη, προσωρινά αρχικά, αλλά μόνιμα στη συνέχεια, αφού οι δεσμοί του με την Βόννη χαλάρωσαν με τον θάνατο του πατέρα του, κατά το ίδιο έτος. Όλη την υπόλοιπη ζωή του την πέρασε στη Βιέννη.

Υπήρξε δεξιοτέχνης πιανίστας και έδινε συχνά κοντσέρτα στο κοινό με μεγάλη επιτυχία. Παρ’ όλα αυτά, δεν σταμάτησε να συνθέτει και άρχισε να δημιουργεί σημαντικά έργα. Σε ηλικία 30 ετών ήταν ένας επιτυχημένος πιανίστας και συνθέτης, με αρκετά έσοδα. Αιφνίδια όμως, με την έναρξη και την εξέλιξη της βαρηκοίας του, η ζωή του πήρε δραματική τροπή.

Σταμάτησε πλέον να παίζει στο κοινό, η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε, αν και ποτέ δεν έφθασε στη ανέχεια του Μότσαρτ, και για την επιβίωσή του στηρίχθηκε κατά μεγάλο μέρος στην επιχορήγηση ευγενών, στους οποίους συχνά αφιέρωνε τα έργα του. Κατά την τελευταία δεκαπενταετία της ζωής του συνέθετε ελάχιστα, αλλά με μεγάλη επιτυχία, επικοινωνούσε με τους φίλους του με σημειωματάρια, λόγω πλήρους κώφωσης, και εθεωρείτο από όλους μεγάλος συνθέτης, αλλά εκκεντρικός και σχεδόν ψυχασθενής.

Τον απασχολούσαν κυρίως οικονομικά ζητήματα, αλλά και οικογενειακά, ενώ συχνά φιλονικούσε με τους φίλους του. Έπινε αρκετά, χωρίς ποτέ να φθάσει σε αλκοολισμό, και είχε παραμελήσει τον εαυτό του. Η υγεία του επιδεινώθηκε σημαντικά, διότι εκτός από την κώφωση είχε και άλλες πολλαπλές παθήσεις. Τέλος, απεβίωσε κατά το 1827, λόγω ηπατικής κίρρωσης.

Η προσωπικότητά του (2-5)

O Mπετόβεν αποτελεί το πρότυπο του καλλιτέχνη όλων των εποχών. Αινιγματική μορφή, φιλόδοξη, με ισχυρή προσωπικότητα, συγκρούστηκε σε όλη του την ζωή με την μοίρα, μεταφέροντας τον αγώνα αυτόν στο έργο του. Η κώφωσή του αποτέλεσε μια τραγική καμπή και όπως εκμυστηρεύτηκε στην περίφημη διαθήκη του Heiligenstadt, θα είχε βάλει τέλος στη ζωή του εάν δεν είχε να εκπληρώσει μια αποστολή που του είχε ανατεθεί, εάν δεν υπήρχε το καθήκον απέναντι στην τέχνη του.

Υπήρξε δύσκολος στις συναναστροφές με τους ανθρώπους, ιδιόρρυθμος, απότομος, χαρακτηριστικά που επιτάθηκαν με την μεγάλη επιδείνωση της βαρηκοίας του. Εν τούτοις παρουσιάζε μια ανυπέρβλητα ηθική προσωπικότητα, έναν ιδεαλισμό και μια αφοσίωση σε ανώτερα ιδανικά. Δεν νοιαζόταν για τα καθημερινά και μικρά, αλλά για τα αιώνια και μεγάλα. Όπως γράφτηκε, συχνά περιφρόνησε τον άνθρωπο, αλλά αγάπησε βαθιά την ανθρωπότητα. Με την φιλοδοξία του, την βαθιά του αυτοεκτίμηση και την θέλησή του, κατάφερε κατά τον συνεχή αγώνα του με το πεπρωμένο να νικήσει και να επιτύχει την ευτυχία, όπως εκφράσθηκε στην “Ωδή στη χαρά”, το χορικό μέρος της τελευταίας του συμφωνίας.

Το έργο του (4,6)

Παραδοσιακά, το έργο του Μπετόβεν διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Η πρώτη φθάνει μέχρι το 1802, και χαρακτηρίζεται από την σημαντική επίδραση του Χάυντ και του Μότσαρτ. Τα κυριότερα έργα του είναι οι πρώτες δύο συμφωνίες, οι αρχικές σονάτες για πιάνο μέχρι την “Παθητική”, μερικά κουαρτέτα εγχόρδων και τα δύο πρώτα κοντσέρτα για πιάνο. Κατά το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου αυτής η ακοή του ήταν φυσιολογική, η πρώτη έκπτωση της οποίας παρατηρείται περί το 1798.

Η δεύτερη περίοδος της δημιουργίας του συνθέτη καλύπτει το χρονικό διάστημα 1802 έως 1812, κατά το οποίο συνειδητοποιεί ότι θα χάσει την ακοή του, η οποία επιδεινώνεται συνεχώς. Κατά το διάστημα αυτό ο Μπετόβεν φθάνει σε πλήρη ωριμότητα, δημιουργώντας αριστουργήματα, όπως την σονάτα του Kreutzer, τις περισσότερες συμφωνίες του, το 4ο και 5ο κοντσέρτο για πιάνο, σημαντικά κουαρτέτα εγχόρδων, την όπερα “Fidelio”, και τις περίφημες σονάτες για πιάνο “Apassionata”, “Waldstein” και “Les adieux”. Tέλος, η τρίτη περίοδος χαρακτηρίζεται από πλήρη κώφωση του συνθέτη. Παρά την ελάττωση του συνθετικού του έργου, όμως, συνεχίζει και γράφει αριστουργήματα, όπως την Ενάτη Συμφωνία και την “Μissa Solemnis”.

Η θέση του στην ιστορία της μουσικής δημιουργίας

Σε μια απλουστευτική διαίρεση της μουσικής ιστορίας σε προκλασσική, κλασσική, ρομαντική – μεταρομαντική, και νεώτερη μουσική περίοδο (7-8), ο Μπετόβεν, μαζί με τον Χάϋντν και τον Μότσαρτ, αποτελούν τους ογκόλιθους της κλασσικής περιόδου. Η περίοδος αυτή άρχισε με τον Χάϋντν, ο οποίος δημιούργησε τις κλασσικές φόρμες των συμφωνιών, των έργων για κουρτέτα εγχόρδων, και των έργων για πιάνο, με το οποίο αντικαταστάθηκε το προκλασσικό κλειδοκύμβαλο, χάρις στην εξέλιξη της τεχνολογίας.

Στη συνέχεια ο Μότσαρτ, ένας μουσικός δημιουργός προικισμένος με πηγαίο μουσικό ταλέντο και αστείρευτες μελωδικές δυνάμεις, ξεκίνησε σαν παιδί θαύμα, και πέθανε νεώτατος, κατόρθωσε όμως να αφήσει ένα τεράστιο έργο, από το οποίο ξεχωρίζουν τα κοντσέρτα για πιάνο, οι όπερες “Ντα Πόντε” και οι τελευταίες συμφωνίες του. Το επισφράγισμα της περιόδου αυτής αποτελεί ο Μπετόβεν, ο οποίος θεωρείται ως κατ’ εξοχήν κλασσικιστής, με την εμμονή του στη φόρμα και τους κανόνες της αρμονίας, την αγάπη του για την τάξη και το μέτρο. Συγχρόνως, όμως, στο έργο του υπάρχουν στοιχεία που προδιαγράφουν την ρομαντική περίοδο που θα επακολουθήσει.

Δίχως την “Απασσιονάτα” θα ήταν αδύνατον να υπάρξουν η “Φαντασία του οδοιπόρου” του Σούμπερτ, ή το “Καρναβάλι” του Σούμαν.
Χρήσιμη θα ήταν στο σημείο αυτό μια σύγκριση με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, τον συνθέτη που με το έργο του έκλεισε την προκλασσική περίοδο, συνοψίζοντας και αναβαθμίζοντας συγχρόνως, όλα τα επιτεύγματα αμέτρητων μικροτέρου μεγέθους συνθετών της εποχής μπαρόκ.

Ο Μπαχ αποτελεί όσον αφορά τον χαρακτήρα και την ζωή του, αντίθετο πόλο από τον Μπετόβεν. Ήταν ήσυχος άνθρωπος, οικογενειάρχης με δύο γάμους και 19 παιδιά, επαγγελματίας μουσικός που πέρασε την ζωή του σαν μουσικός ευγενών ή κάντορας. Αντίθετα, ο Μπετόβεν υπήρξε χαρακτηριστικός τύπος καλλιτέχνη, ορμητικός, δυσπρόσιτος, ευέξαπτος, μοναχικός.

Ποτέ του δεν δημιούργησε οικογένεια, παρά την ανάγκη του για ψυχική επαφή που αποτυπώνεται στη σχέση του με τον υιοθετημένο ανιψιό του, αλλά και στις σχέσεις με τους φίλους και τους αδελφούς του, κατά τις οποίες καθίσταται συχνά θύμα εκμετάλλευσης. Για να είμαστε, όμως, δίκαιοι και ο Μπαχ, σαν κάθε μεγάλος δημιουργός, είχε υψηλό αίσθημα ευθύνης και αφοσίωσης στην τέχνη του, συγκρούστηκε και ακόμη φυλακίστηκε όταν χρειάσθηκε, ερχόμενος σε ρήξη με τους ευγενείς πάτρονές του.

Σε μια επισκόπηση του έργου του Μπαχ (9), κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει την περαιτέρω εξέλιξη της μουσικής. Από την φούγκα, την αντίστιξη και τα περιορισμένα μουσικά μέσα, στην αρμονία, το πιάνο και την κλασσική ορχήστρα. Γιαυτό, παρότι όσο ζούσε τύχαινε μεγάλης εκτιμήσεως σαν συνθέτης και σαν δεξιοτέχνης εκτελεστής του εκκλησιαστικού οργάνου, μετά τον θάνατό του το έργο του ξεχάστηκε γρήγορα.

Χρειάσθηκε η ιστορική εκτέλεση από τον Μέντελσσον στα “Κατά Ματθαίον Πάθη” το 1829, για να αποκατασταθεί ο δημιουργός στο ύψος που του αξίζει. Αντίθετα, το έργο του Μπετόβεν αναγνωρίστηκε, μεν, όσο ζούσε, αλλά και ουδέποτε στη συνέχεια αμφισβητήθηκε.

Στοιχεία από την επόμενη περίοδο του ρομαντισμού ευρίσκονται άφθονα σε όλο το έργο του συνθέτη: το πάθος και η ορμητικότητα, η προγραμματική μουσική (για παράδειγμα η ηρωική και η ποιμενική συμφωνία), η σημαντικότητα και πολυπλοκότητα στις συνθέσεις του πιάνου, που έφθασε αργότερα στις δεξιοτεχνικές συνθέσεις του Λιστ, η δημιουργία της κλασσικής ορχήστρας, με την σημαντική συμβολή των πνευστών και τον αυξημένο αριθμό εκτελεστών, που εξελίχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φθάσουμε στη “συμφωνία των χιλίων” του Μάλερ.

Σε όλη την ιστορία της μουσικής μέχρι σήμερα, ο Μπετόβεν αποτέλεσε το κεντρικό σημείο αναφοράς, τον πόλο στον οποίο στηρίζεται όλη η μουσική δημιουργία. Στο έργο του κωδικοποιούνται όλα τα μέχρι τότε δημιουργήματα της μουσικής, αλλά προβλέπονται και οι κατοπινές μουσικές τάσεις και εξελίξεις. Ανεξαρτήτως χρόνου, τόπου, έθνους, φυλής, το άκουσμα των έργων του δημιουργού, με τα υψηλά ιδανικά και το πανανθρώπινο μήνυμά τους, θα προκαλεί πάντοτε συγκίνηση και ψυχική ανάταση στους ακροατές.

Η βαρηκοία του

Η πρώτη αναφορά στη βαρηκοία του Μπετόβεν φαίνεται σε ένα γράμμα που έστειλε το 1801 στον φίλο του Wegeler (10): “Εδώ και τρία χρόνια η ακοή μου γίνεται ολοένα και πιο αδύνατη. Αυτό πρέπει να οφείλεται στην άθλια κατάσταση του στομαχιού μου. Βασανίζομαι από μια συνεχή διάρροια που με κατέβαλε πολύ”.

Τον ίδιο χρόνο γράφει σε άλλο φίλο του, τον Amenda: “Μάθε πως το ευγενικότερο μέρος του εαυτού μου, η ακοή μου, λιγόστεψε πολύ. Ακόμη από την εποχή που ήσουν κοντά μου (σημ. συγγρ. 1798-1799), αισθανόμουν τις απαρχές αυτού του κακού και τόκρυβα. Τώρα το πρόβλημα έγινε οξύτερο”.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι η βαρηκοία του δημιουργού άρχισε σε ηλικία 28 ετών. Εάν η αρχή της ήταν απότομη ή βαθμιαία δεν είναι ακριβώς γνωστό. Δύο είναι οι αναφορές που υπάρχουν για την αρχή της κώφωσης. Η πρώτη είναι το αποκαλούμενο χειρόγραφο Fischoff (2,5) (από την συλλογή ντοκουμέντων για τον Μπετόβεν του καθηγητή μουσικής Fischoff), σύμφωνα με το οποίο: “Κατά το 1796, κατά την διάρκεια μιας καυτής καλοκαιρινής ημέρας, ο Μπετόβεν έφθασε ιδρωμένος σπίτι του, άνοιξε διάπλατα παράθυρα και πόρτες, και στάθηκε γυμνός στο ρεύμα του αέρα για να στεγνώσει.

Το αποτέλεσμα ήταν να παρουσιάσει μια επικίνδυνη ασθένεια, η οποία κατά την ανάρρωσή του πρόσβαλε τα όργανα της ακοής, και από τότε η βαρηκοία του επιδεινώνονταν σταθερά”. Παρότι η πηγή αυτή δεν θεωρείται ιδιαίτερα αξιόπιστη, το ίδιο γεγονός επιβεβαιώνεται από τον στενό του φίλο γιατρό Weissenbach, ο οποίος αναφέρει μια συνομιλία του με τον Μπετόβεν κατά το 1815, σύμφωνα με την οποία ο συνθέτης ισχυρίσθηκε ότι η αρχή όλων των προβλημάτων υγείας του ήταν ένας φοβερός τύφος που πέρασε στο παρελθόν.

Έκτοτε, παρουσίασε σημαντική εξασθένηση του νευρικού του συστήματος και οδυνηρή μείωση της ακοής του. Το χρονικό διάστημα που υπολογίζεται ότι επήλθε η νόσος αυτή, βάσει των βιογραφικών δεδομένων του συνθέτη, φαίνεται ότι είναι το μέσον του 1797, αμέσως μετά την επιστροφή του από καλλιτεχνική περιοδεία στο Βερολίνο.

Η δεύτερη πηγή είναι ο Άγγλος πιανίστας Neate, σύμφωνα με τον οποίο ο Μπετόβεν του περιέγραψε, κατά το 1815, το εξής επεισόδιο (1): “Μια φορά ήμουν απασχολημένος γράφοντας μια όπερα. Έπρεπε να ασχοληθώ με τον πρώτο ρόλο ενός προβληματικού, δύστροπου τενόρου. Είχα ήδη γράψει δύο μεγάλες άριες, πάνω στο ίδιο κείμενο, οι οποίες δεν του άρεσαν, και στη συνέχεια έγραψα μια τρίτη, την οποία δοκίμασε, φάνηκε να του αρέσει, και έφυγε παίρνοντάς την μαζί του.

Ξαφνικά, άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα μου, από το οποίο αναγνώρισα ότι ο τενόρος είχε επιστρέψει. Καθώς ο επισκέπτης έμπαινε στο δωμάτιο, τινάχτηκα από το γραφείο μου με τέτοια έξαρση θυμού, ώστε έπεσα φαρδιά πλατιά στο πάτωμα, πάνω στα απλωμένα χέρια μου. Όταν σηκώθηκα διαπίστωσα ότι ήμουν κουφός, και δεν έχω παρουσιάσει καμιά βελτίωση από τότε”.

Ο πιανίστας ρώτησε τον Μπετόβεν εάν η όπερα ήταν ο “Φιντέλιο”, και αυτός το αρνήθηκε. Πρόκειται, λοιπόν, προφανώς για τον “Χριστό στο όρος των ελαιών” και το γεγονός θα πρέπει να χρονολογηθεί μεταξύ 1801 και 1803. Φαίνεται, βάσει όλων των υπολοίπων δεδομένων, ότι η βαρηκοία του είχε αρχίσει παλαιότερα από το γεγονός αυτό, αλλά ίσως το συμβάν αυτό να επιδείνωσε την κατάστασή του.

Παρότι η αρχή της βαρηκοίας του συνθέτη παρουσιάζει αρκετές ασάφειες, στην περαιτέρω εξέλιξή της όλες οι μαρτυρίες και οι πηγές συμφωνούν (1,11). Η προσβολή ήταν αμφοτερόπλευρη, ελαφρά ασύμμετρη με κάπως χειρότερη, αρχικά, την κατάσταση του αριστερού αυτιού, η επιδείνωση ήταν συνεχής, και ουδέποτε διαπιστώθηκε περίοδος βελτίωσης.

Ο συνθέτης δίδει ο ίδιος μια εξαιρετική περιγραφή της παθήσεώς του, κατά το αρχικό στάδιό της: “Τους οξείς ήχους των οργάνων και των φωνών, εάν είμαι λίγο μακριά, δεν τους ακούω. Όταν μιλούν σιγά μόλις ακούω, και όχι τις λέξεις, και απ’ την άλλη, μόλις κανείς φωνάξει, μου είναι ανυπόφορο. Τα αυτιά μου κουδουνίζουν ημέρα και νύχτα”.

Είναι σαφές, λοιπόν, από την περιγραφή αυτή, ότι πρόκειται αρχικά για βαρηκοία στις υψηλές συχνότητες, ελαττωμένη διακριτική ικανότητα ομιλίας (μειωμένη αναγνώριση λέξεων) και παρουσία recruitment (υπερβολική αύξηση της ακουστότητας, ενδεικτική κοχλιακής βλάβης) και εμβοών. Η απώλεια της ακοής στις υψηλές συχνότητες φαίνεται από ένα γεγονός που συνέβη το 1802, σε ηλικία 32 ετών, το οποίο συγκλόνισε τον Μπετόβεν.

Σε έναν περίπατο στην εξοχή με τον μαθητή του Ries, διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να ακούσει το παίξιμο της φλογέρας ενός βοσκού, στο οποίο του επέστησε την προσοχή ο συνοδός του. Επίσης, ήταν αδύνατον στον συνθέτη να ακούσει τους υψηλών συχνοτήτων ήχους των οργάνων της ορχήστρας και τους αοιδούς, ιδίως εάν ήταν λίγο μακρύτερα από την σκηνή.
Μετά μια δεκαετία η ακοή του είχε μειωθεί τόσο πολύ, ώστε ο μεγάλος αυτός βιρτουόζος να μην μπορεί να παίξει στοιχειωδώς καλά πιάνο, γεγονός που έθλιβε τους φίλους του.

Από το 1814 σταμάτησε να παίζει μπροστά στο κοινό, και άρχισε να χρησιμοποιεί για την επικοινωνία του τα περίφημα σημειωματάρια. Κατά το ίδιο έτος προμηθεύτηκε μια σειρά ακουστικά βοηθήματα τύπου ακουστικού χωνιού, ειδικά κατασκευασμένα γι’ αυτόν από τον μουσικό και μηχανικό της αυλής Mälzel, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Από το 1818 η συνενόηση μαζί του ήταν τελείως αδύνατη, αλλά παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να διευθύνει τα έργα του, μέχρι το 1822, οπότε κατάστρεψε μια παράσταση του “Φιντέλιο”.

Το 1824, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του, στην πρεμιέρα της Ενάτης συμφωνίας που διηύθυνε ο μαέστρος Umlauf, συνέβη ένα επεισόδιο που απέδειξε σε όλους ότι ο Μπετόβεν δεν άκουγε το παραμικρό. Όταν η εκτέλεση του έργου τελείωσε, όχι μόνον δεν το κατάλαβε, αλλά ούτε άκουσε τα ξέφρενα χειροκροτήματα των ακροατών, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί μια σολίστ, η κοντράλτο Unger, να τον πλησιάσει και να τον στρίψει προς το κοινό, ώστε να αντιληφθεί τις επευφημίες.

Ένα στοιχείο της βαρηκοίας που έχει συζητηθεί αρκετά, είναι εάν επρόκειτο για σαφώς νευροαισθητήριο βαρηκοία, ή υπήρχε κάποιο χάσμα αερίνης-οστείνης, διατήρηση δηλαδή κάποιας κοχλιακής εφεδρείας. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί η μαρτυρία ενός γιατρού Rattel, ο οποίος όμως ήταν μεταγενέστερος του συνθέτη, σύμφωνα με την οποία ο Μπετόβεν, κατά την σύνθεση στο πιάνο, χρησιμοποιούσε μια ξύλινη μπαγκέττα, της οποίας το ένα άκρο εφάρμοζε στο πιάνο και το άλλο ανάμεσα στα δόντια του, σαν ένα πρωτόγονο, δηλαδή, οστεόφωνο.

Άλλο στοιχείο υπέρ, αποτελεί η διατήρηση καλής ποιότητας φωνής, μέχρι τον θάνατό του. Τέλος, άλλα σημαντικά δεδομένα για την εκτίμηση της βαρηκοίας του συνθέτη, αποτελούν η απουσία περιστατικών ιλίγγου, ή ιστορικού ωτόρροιας, εάν και αναφέρονται συχνά ωταλγίες μη ειδικής αιτιολογίας, πιθανόν λόγω χρήσης τοπικών σκευασμάτων.

Άλλες ασθένειες (12-13)

Παρότι ο Μπετόβεν φαινόταν να έχει γερή κράση και υγιή όψη, έπασχε από πάρα πολλές παθήσεις, όπως αναφέρεται από τους βιογράφους του, όπως: κοιλιακά κωλικοειδή άλγη, επεισοδιακή και συχνά αιματηρή διάρροια, αιμόπτυση και επίσταξη, ρευματισμοί, ρευματικός πυρετός, δερματικές βλάβες, αποστήματα, υποτροπιάζουσες λοιμώξεις, οφθαλμία, φλεγμονώδης εκφυλιστική αγγειοπάθεια, μελαγχολία, διαταραχές συμπεριφοράς, ίκτερος και αναιμία.

Η σπουδαιότερη, πάντως, από τις ανωτέρω παθήσεις, που τον έκανε να υποφέρει για μεγάλο μέρος της ζωής του, ήταν τα κοιλιακά του προβλήματα, που συνίσταντο σε κοιλιακούς κωλικούς, αιματηρή διάρροια, ανορεξία και έντονη εξάντληση. Οι κυριότερες θεωρίες για την αιτιολογία τους είναι η μολυβδίαση, η σαρκοείδωση και η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου, είτε αυτή ήταν νόσος του Crohn, είτε ελκώδης κολίτις.

Τα ηπατικά προβλήματα του Μπετόβεν παρουσιάστηκαν το 1821 με την εκδήλωση ικτέρου, ο οποίος στη συνέχεια υποχώρησε. Μετά μια δεύτερη κρίση το 1825, παρουσιάσθηκε εκ νέου ίκτερος, ολίγους μήνες πριν τον θάνατό του, συνοδευόμενος αυτή τη φορά από ασκίτη, περιφερειακά οιδήματα, οίδημα του προσώπου, αναιμία και τελικά, θάνατο.

Για την εξήγηση της ηπατοπάθειας του συνθέτη έχουν ενοχοποιηθεί ιογενής ηπατίτις, αλκοολική κίρρωση και πρωτοπαθής σκληρυντική χολαγγειίτις (14). Η τελευταία συνδυάζεται σε υψηλό ποσοστό με την φλεγμονώδη νόσο του εντέρου, στα πλαίσια ανοσοπάθειας και θα συζητηθεί στη συνέχεια. Πολύς λόγος έχει γίνει για την αλκοολική αιτιολογία της κιρρώσεως του ήπατος του συνθέτη.

Φαίνεται ότι πράγματι έπινε συστηματικά για να διεγείρει την όρεξή του όπως ισχυρίζονταν, αλλά δεν ξεπερνούσε το μέτρο, και ουδέποτε εθεάθη σε κατάσταση μέθης. Επίσης, τα ευρήματα της νεκροψίας είναι ενδεικτικά μακρολοβώδους κιρρώσεως και όχι της τυπικής μικρολοβώδους (τύπου Laennec) που ανευρίσκεται στην αλκοολική κίρρωση, δεν αναφέρονται δε ευρήματα κιρσών οισοφάγου.

Νεκροτομικά ευρήματα (1-2)

Δύο ημέρες μετά τον θάνατο του Μπετόβεν διεξήχθη αυτοψία απο τον Wagner και τον βοηθό του Rokitansky, η περιγραφή της οποίας θεωρείται αρκετά ακριβής, τα δε ευρήματα αξιόπιστα και σημαντικά, λαμβανομένων υπόψη βεβαίως των τεχνικών δυνατοτήτων της εποχής εκείνης. Έχει αξία να παραθέσουμε τα ευρήματα της αυτοψίας αυτής, όσον αφορά την κεφαλή:

“Το πτερύγιο του ωτός ήταν μεγάλο και ακανόνιστο. Ο σκαφοειδής βόθρος και ιδιαιτέρως η κογχική μοίρα, ήταν πολύ ευρύχωρη και βαθύτερη κατά ημίσεια φορά από το κανονικό. Τα διάφορα επάρματα και εντυπώματα ήταν σημαντικά αυξημένα. Ο έξω ακουστικός πόρος εφαίνετο να επαλείφεται από στίλβοντα δερματικά λέπια: τούτο ήταν ιδιαίτερα εμφανές πλησίον της κρυμμένης τυμπανικής μεμβράνης.

Η ευσταχιανή σάλπιγγα ήταν πολύ πεπαχυσμένη και ο βλεννογόνος της ήταν διασπασμένος και μάλλον εστενωμένος κατά την οστείνη μοίρα. Κατά το φαρυγγικό της στόμιο και πλησίον των αμυγδαλών, υπήρχαν εμφανή ουλώδη ενυπώματα. Η μαστοειδής απόφυση ήταν ευμεγέθης και δεν παρουσίαζε καμία αύλακα.

Τα κύτταρά της ήταν ευδιάκριτα και εκαλύπτετο από λίαν αγγειοβριθή βλεννογόνο. Ολόκληρη η λιθοειδής μοίρα του κροταφικού, η οποία περιείχε μεγάλα αγγεία, ήταν ομοίως καλώς αιματουμένη, ιδιαίτερα στην περιοχή του κοχλία, το ελικοειδές πέταλο του οποίου είχε όψη υπέρυθρο.
Τα προσωπικά νεύρα είχαν σημαντικό πάχος. Τα ακουστικά νεύρα τουναντίον, εφαίνονταν συρρικνωμένα και χωρίς μυελίνη. Οι συνοδοί αρτηρίες ήταν διεσταλμένες τόσο, που η περίμετρός τους ξεπερνούσε την περίμετρο του σωλήνα ενός φτερού κορακιού και παρουσίαζαν χονδρίνη υφή.

Το αριστερό ακουστικό νεύρο, κατά πολύ λεπτότερο, ξεκινούσε με τρεις πολύ λεπτές φαιές ρίζες, ενώ το δεξιό με μία ρίζα, ισχυρότερη και υπόλευκη. Η επιπολής εγκεφαλική ουσία που περιέβαλλε την τετάρτη κοιλία ήταν κατά πολύ πυκνότερη σε σύσταση και πλέον αγγειοβριθής από τα νεύρα τα οποία ξεκινούσαν από αυτήν. Ο εγκέφαλος ήταν μαλθακότερος και πλέον υδαρής από το σύνηθες, οι δε εγκεφαλικές αύλακες ήταν κατά δύο φορές βαθύτερες και περισσότερες από το κανονικό. Ο θόλος του κρανίου ήταν σημαντικά και ομοιόμορφα πυκνός, πάχους μισής ίντσας”.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΑΡΗΚΟΙΑ

Αμέσως μετά τον θάνατο του συνθέτη και τα ευρήματα της νεκροτομής του άρχισαν να παρουσιάζονται διάφορες θεωρίες για την προέλευση της βαρηκοίας του. Μερικές από αυτές ήταν επιστημονικά βάσιμες, τουλάχιστον με τα επιστημονικά δεδομένα της τότε εποχής, όπως η θεωρία της ωτοσκλήρυνσης, την οποία ανέπτυξε ο Hartung και στη συνέχεια ο Canuyt, διευθυντής ΩΡΛ της Ιατρικής Σχολής του Στρασβούργου (2,5), σύμφωνα με τον οποίο “η κώφωση οφείλονταν σε μια ωτο¬σκλήρυνση αμφίπλευρο μορφής τροφικής και υπεραιμικής, τύπου νεανικού”.

Άλλες θεωρίες ήταν εξαιρετικά απλοϊκές ή και αφελείς, όπως η άποψη του Ρομαίν Ρολλάν (2), σύμφωνα με την οποία η κώφωση του Μπετόβεν οφείλονταν σε συμφόρηση του εσωτερικού αυτιού και των ακουστικών κέντρων, συμφόρηση που προκλήθηκε από υπερκόπωση του οργάνου εξαιτίας μιας παράφορης συγκέντρωσης, της τρομακτικής προσήλωσης στην ιδέα, παρόμοια κατάσταση με την ινδική γιόγκα. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στις σπουδαιότερες θεωρίες για την κώφωση του Μπετόβεν, οι οποίες μπορεί να στηριχθούν με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.

Η θεωρία της λοιμώξεως

Πολλές λοιμώξεις, από τις οποίες έπασχε κατά καιρούς ο συνθέτης, έχουν ενοχοποιηθεί για την κώφωση. Μεταξύ αυτών προέχει ο τυφοειδής πυρετός, ο οποίος ήταν ενδημικός κατά την εποχή εκείνη στη Βιέννη και μπορεί να εξηγήσει και τα κοιλιακά συμπτώματά του. Ο ίδιος ο Μπετόβεν πίστευε ότι η κώφωσή του δεν προέρχονταν από το όργανο της ακοής, αλλά η εστία προέλευσής της ήταν η κοιλιά του, γεγονός που, όπως έλεγε, δεν καταλάβαιναν οι γιατροί, με αποτέλεσμα να μην τον θεραπεύουν σωστά.

Άλλες λοιμώξεις από τις οποίες είχε προσβληθεί ο συνθέτης ήταν η ευλογιά, η οποία θεωρείται από πολλούς ότι του είχε προκαλέσει τις ουλές στο πρόσωπο, η ιλαρά και η οστρακιά. Επιχείρημα κατά της λοιμωξιογενούς αιτιολογίας αποτελεί η προϊούσα αύξηση της βαρηκοίας, καθ’ όσον επί προσβολής υπό λοιμώξεων, μετά την επερχομένη ίαση η ακοή συνήθως δεν επιδεινώνεται περαιτέρω και σταθεροποιείται (15).

Χρόνια μέση ωτίτιδα και λαβυρινθίτιδα

Η χρόνια μέση ωτίτιδα μπορεί να αποκλεισθεί, διότι από το ιατρικό ιστορικό του συνθέτη απουσιάζει η ωτόρροια και στη νεκροτομή ανευρέθηκε ευμεγέθης κυτταροβριθής μαστοειδής, και όχι σκληρυντική που είναι συμβατή με την πάθηση (15). Επίσης, η βαρηκοία του Μπετόβεν ήταν βασικά νευροαισθητήριος και όχι αγωγιμότητος. Ο ιατρός Marage ανέφερε την θεωρία της λαβυρινθίτιδος συσχετίζοντάς την με τοξίνες προερχόμενες από το έντερο, αλλά προφανώς η αιτιολογία αυτή μπορεί να αποκλεισθεί εύκολα, διότι ο συνθέτης δεν έπασχε από ιλίγγους, όπότε μπορεί να αποκλεισθεί και η νόσος Meniere (16).

Νόσος Paget

Η θεωρία της νόσου αυτής στηρίζεται στο ότι ο Μπετόβεν σε προχωρημένη ηλικία είχε μεγάλο και ασύμμετρο κεφάλι με μεγάλες γνάθους, χαρακτηριστικά τα οποία δεν παρουσίαζε κατά την νεότητά του (17). Επίσης, στα νεκροτομικά του ευρήματα αναφέρονταν παχύς κρανιακός θόλος και ατροφία των ακουστικών νεύρων.

Τα ευρήματα αυτά, σε συνδυασμό με την βαρηκοία, οδήγησαν στην παρουσίαση της θεωρίας αυτής. Ως γνωστόν, στη νόσο Paget απαντά βαρηκοία με παρόμοια χαρακτηριστικά με της ωτοσκλήρυνσης. Κατά της αιτιολογίας αυτής όμως, υπάρχουν αρκετά δεδομένα, όπως η έναρξη της βαρηκοίας σε νεαρή ηλικία με απουσία σημαντικού στοιχείου αγωγιμότητας, η απουσία παθολογίας από άλλα εγκεφαλικά νεύρα, και ιδιαίτερα το οπτικό, και η έλλειψη ιστορικού παχύνσεως της σκελετικής δομής του συνθέτη. Εξ άλλου σε μελέτη υπολειμμάτων εκ του κρανίου του συνθέτη που διεξήχθη κατά την σύγχρονη εποχή, δεν ανευρέθηκαν αποδείξεις προσβολής από νόσο Paget (18).

Σαρκοείδωση

Η πάθηση αυτή έχει ενοχοποιηθεί (19), λόγω των πολυσυστηματικών της εκδηλώσεων από το δέρμα, τους πνεύμονες και τα κρανιακά νεύρα, σπανίως όμως προσβάλλονται τα έντερα, και εάν αυτό συμβεί, είναι συνήθως ασυμπτωματικό. Επίσης, οι εκδηλώσεις της εκ του ήπατος συνίστανται σε ηπατομεγαλία, που έρχεται σε αντίθεση με το συρρικνωμένο, κιρρωτικό ήπαρ που ανευρέθηκε στη νεκροτομή.

Στη σαρκοείδωση προσβάλλεται συνήθως το προσωπικό νεύρο, ενίοτε όμως προσβάλλεται και η ογδόη εγκεφαλική συζυγία, με αποτέλεσμα βαρηκοία και ιλίγγους. H βαρηκοία είναι συνήθως νευροαισθητήριος, με διακυμάνσεις και μπορεί να επέλθει αιφνίδια (20-21). Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση παρουσίας κοκκιωμάτων στο μέσο ους μπορεί να υπάρχει στοιχείο αγωγιμότητας. Η βαρηκοία στη σαρκοείδωση δύναται να εξηγηθεί με δύο μηχανισμούς.

Ο πρώτος είναι η παρουσία κοκκιωμάτων στην πορεία του κοχλιακού νεύρου (20), ή και κεντρικότερα, ο δε δεύτερος είναι η παρουσία αγγειίτιδος(21). Στην περίπτωση του Μπετόβεν, από τα νεκροτομικά ευρήματα ο δεύτερος μηχανισμός φαίνεται πιο πιθανός, εάν ευσταθεί η θεωρία αυτή.

Για να συνοψίσουμε, υπέρ της αιτιολογίας της σαρκοειδώσεως συνηγορούν οι πολυσυστηματικές εκδηλώσεις, ενώ στοιχεία κατά της θεωρίας αποτελούν η απουσία σαφών νεκροτομικών ευρημάτων και η απουσία προσβολής άλλων νεύρων όπως του προσωπικού και του αιθουσαίου. Δεδομένου ότι η προσβολή του κοχλιακού νεύρου άρχισε προ της ηλικίας των 30 ετών, είναι απίθανο στα υπόλοιπα 30 έτη ζωής του συνθέτη, στην εξέλιξη της φλεγμονώδους αυτής παθήσεως, να μην είχαν προσβληθεί και τα γειτονικά αυτά νεύρα.

Σύφιλις

Πολύ έχει συζητηθεί η θεωρία της συφιλίδος, σαν αιτίας της κώφωσης του Μπετόβεν. Εδώ υπάρχουν δύο ερωτήματα: έπασχε ο συνθέτης από συφιλίδα, και εάν ναι, ήταν η πάθηση αυτή το αίτιο της κώφωσης; Ο πρώτος που αναφέρει ότι η κώφωση του Μπετόβεν υπήρξε αποτέλεσμα τριτογόνου συφιλίδος ήταν ο βιογράφος του Μπετόβεν Thayer (1).

Το 1879, έγραψε ο Groves στο περίφημο λεξικό του “Dictionary of Music and Musicians” (22), ότι τα νεκροτομικά ευρήματα στον Μπετόβεν υπήρξαν αποτέλεσμα συφιλιδικής προσβολής σε νεαρή ηλικία. Σαράντα χρόνια μετά ο Frimmel (5) αναφέρει ότι “εκτός από πολλά άλλα πιθανά αίτια της κώφωσης του Μπετόβεν, υπάρχει ένα αίτιο ακόμη που πρέπει να ληφθεί υπόψιν, για το οποίο δεν πρέπει να σιωπήσω, αφού πολλά χρόνια πριν ο Thayer μου έδωσε σε ένα γράμμα του αποδεικτικά στοιχεία γιαυτήν την άλλη πάθηση του Μπετόβεν”.

Επίσης, ο Jacobsohn (23) αναφέρει ότι τόσον η ηπατική κίρρωση όσο και η κώφωση του συνθέτη οφείλονταν σε συφιλίδα και ότι ήταν πασίγνωστο στους συγχρόνους του Μπετόβεν ότι ο συνθέτης έπασχε από το αφροδίσιο αυτό νόσημα.

Η κατηγορία αυτή συνεχίσθηκε σε μια σειρά βιογραφιών του Μπετόβεν από τους Newman, Wallace, Mason, Herriot, Rollan, Schauffler, αλλά και πολλούς νεωτέρους. Αντίθετα, άλλοι αμφισβητούν την αιτιολογία αυτή, όπως ο Sorsby (11), ο οποίος αναφέρει ότι η κίρρωση ήταν αποτέλεσμα κακής διατροφής και ότι δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι ο Μπετόβεν έπασχε από συφιλίδα.

To γεγονός ότι δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για το εάν πράγματι ο συνθέτης έπασχε από την πάθηση αυτή μπορεί να αποδοθεί στην αντίληψη των ανθρώπων της εποχής του ότι ο συνθέτης της “Missa Solemnis” ήταν υπεράνω του σαρκικού έρωτα, αφοσιωμένος αποκλειστικά στην τέχνη και στα ιδανικά του.

Προφανώς η άποψη αυτή απέχει πολύ από την πραγματικότητα, και παρότι οι σχέσεις του με τις κυρίες της αριστοκρατίας, αλλά και με τις συζύγους και αδελφές φίλων του, ήταν κατά βάση πλατωνικές, σύμφωνα με μαρτυρίες φίλων του είχε συχνές σύντομες σχέσεις με διάφορες γυναίκες και είχε γνωρίσει αρκετά τις χαρές του έρωτα(10).

Ας μην ξεχνούμε ότι η σύφιλις ήταν η μάστιγα εκείνης της εποχής και ότι αποτελούσε την συνηθέστερη αιτία νευροαισθητηρίου βαρηκοίας. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι τον επόμενο χρόνο μετά τον θάνατο του Μπετόβεν πέθανε και ο Σούμπερτ, από προχωρημένη νευροσυφιλίδα, σε ηλικία μολις 28 ετών, αφού είχε προλάβει όμως να συνθέσει την μεγάλη σε ντο μείζονα συμφωνία του, τα lieder και τα πιανιστικά του αριστουργήματα.

Παρ’ όλα αυτά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να αποδειχθεί ότι ο Μπετόβεν έπασχε από συφιλίδα. Η μόνη ένδειξη για την αλήθεια της υποθέσεως αυτής είναι η μαρτυρία του Thayer (1), ο οποίος βεβαιώνει την ύπαρξη της παθήσεως αυτής στη βιογραφία του συνθέτη, όπως προαναφέρθηκε, και ισχυρίζεται ότι ο Bertolini, φίλος του συνθέτη και γιατρός του κατά την χρονική περίοδο 1806-1816, είχε τέτοια στοιχεία και τα έκρυβε, για να μην αμαυρωθεί η μετά θάνατον φήμη του καλλιτέχνη.

Ο Jacobsohn (23) επίσης, αναφέρει ότι κάποιος καλλιεργημένος άνθρωπος στο Βερολίνο έχει στην κατοχή του ένα γράμμα, στο οποίο ο Μπετόβεν αναφέρει κάποια θεραπεία που είχε λάβει, χωρίς να αφήνει καμιά αμφιβολία για την φύση της ασθένειάς του. Αλλά, υπάρχουν, επίσης, και συνταγές που είχε γράψει ο Dr. Politzer στον Μπετόβεν με υδράργυρο, το κατ’ εξοχήν χρησιμοποιούμενο μέσον για την θεραπεία της παθήσεως εκείνη την εποχή.

Και αυτό όμως δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο, δεδομένου ότι ο υδράργυρος εχρησιμοποιείτο την περίοδο εκείνη και για θεραπεία πολλών άλλων παθήσεων πλην της συφιλίδος, όπως η δυσεντερία, η οφθαλμία, οι ρευματισμοί και οι κωλικοί.

Εξ άλλου την θεραπεία του αυτή αναφέρει ο Μπετόβεν σε ένα γράμμα του στην κόμησσα Erdődy το 1817 (24), και είναι τελείως απίθανο ότι θα αποκάλυπτε ότι έπασχε από ένα αφροδίσιο νόσημα στη φίλη του αυτή, για την οποία πολλοί βιογράφοι του ισχυρίζονται ότι ήταν το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στο περίφημο γράμμα του προς την “Αθάνατη Αγαπημένη”.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, δεν είναι σαφές ότι ο συνθέτης έπασχε από συφιλίδα.

Κατά την παλαιότερη εποχή, οι περισσότεροι βιογράφοι του το δέχονταν, αλλά στη νεώτερη εποχή το αρνούνται. Ένα άλλο στοιχείο, επίσης, κατά της θεωρίας της συφιλίδος αποτελεί η χημική ανάλυση των τριχών του συνθέτη στη σύγχρονη εποχή, από την οποία προκύπτει ότι απουσιάζουν ίχνη υδραργύρου, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια. Εάν δεχθούμε όμως το γεγονός ότι ο Μπετόβεν έπασχε πράγματι από την πάθηση, παρά την έλλειψη επαρκών αποδείξεων, τίθεται το ερώτημα εάν η σύφιλις αποτέλεσε πράγματι την αιτία της κωφώσεώς του.

Ο μόνος σύγχρονος ωτολόγος που υποστηρίζει την θεωρία αυτή είναι ο McCabe, εκδότης επί πολλές δεκαετίες και μέχρι πρόσφατα στο περιοδικό Annals of Otology, Rhinology and Laryngology. Η μελέτη του πρωτοδημοσιεύθηκε το 1958 στο περιοδικό αυτό (15), και αναδημοσιεύθηκε επέρυσι (25), στα πλαίσια αναδημοσίευσης ιστορικών αρθρών του περιοδικού.

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, τα παθολογοανατομικά ευρήματα της νεκροτομής συμφωνούν με συφιλιδικής αιτιολογίας βαρηκοία, δηλαδή η παρουσία χρόνιας μηνιγγίτιδος (πάχυνση των μηνίγγων και αγγειοβρίθεια) και η συνοδός αρτηριίτιδα. Επίσης, η ακοολογική εικόνα της παθήσεως είναι κατά τον McCabe συμβατή με οπισθοκοχλιακής αιτιολογίας βαρηκοία, λόγω απώλειας υψηλών τόνων, προοδευτικής επιδεινώσεως μέχρι πλήρους κώφωσης και απουσίας recruitment.

Από άλλους βιογράφους του συνθέτη, τόσον η συγγενής, όσον και η επίκτητη σύφιλις έχουν ενοχοποιηθεί. Η συγγενής σύφιλις μπορεί εύκολα να αποκλεισθεί, διότι η βαρηκοία που προκαλεί και μπορεί να είναι και όψιμη, παρουσιάζει συνήθως διακυμάνσεις και συχνά συνδεύεται και από ίλιγγο. Επίσης, ελλείπουν τα στίγματα της παθήσεως, όπως η προβολή του μετωπιαίου οστού στο κρανίο, και προφανώς απουσιάζει και η συχνά παρατηρουμένη νοητική καθυστέρηση.

Η επίκτητος σύφιλις μπορεί να προκαλέσει βαρηκοία σε προχωρημένη φάση της παθήσεως, στα πλαίσια των εκδηλώσεών της εκ του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σπανίως, όμως, ξεκινάει σε τόσο πρώιμη ηλικία, δίχως να υπάρχουν άλλα σημεία προχωρημένου σταδίου της παθήσεως, όπως κομμιώματα ή νωτιαία φθίσις.

Όσον αφορά τα νεκροτομικά ευρήματα, η παρατηρηθείσα αγγειίτιδα δεν ανταποκρίνεται στην τυπική αποφρακτική ενδαρτηρίτιδα που παρατηρείται στη συφιλίδα, αλλά σε αθηρωματικού τύπου αρτηριίτιδα. Επίσης, όσον αφορά στα ακοολογικά δεδομένα της παθήσεως, ο ΜcCabe αναφέρει ότι ο Μπετόβεν δεν έπασχε από recruitment, διότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε να διευθύνει και να παίζει πιάνο.

Η μαρτυρία του ίδιου του Μπετόβεν όμως, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, τον διαψεύδει, διότι περιγράφει σαφώς την παρουσία recruitment. Ένα άλλο γεγονός αποδεικνύει την υπερακουσία του συνθέτη. Κατά τον Μάϊο του 1809, κατά την διάρκεια της πολιορκίας και κατοχής της Βιέννης από τον Ναπολέοντα, ο Μπετόβεν κρύφτηκε σε μια αποθήκη στο σπίτι του αδελφού του Caspar, κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών, και κάλυπτε το κεφάλι του με μαξιλάρια διότι δεν μπορούσε να ανεχθεί τους δυνατούς θορύβους. Φαίνεται, λοιπόν, από όλα τα ανωτέρω στοιχεία, ότι η θεωρία της συφιλίδος σαν αιτίας της κώφωσης του Μπετόβεν δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα υπέρ αυτής.

H θεωρία της μολυβδίασης (26)

Κατά την τελευταία πενταετία προβλήθηκε και συζητήθηκε πολύ η θεωρία της δηλητηριάσεως από μόλυβδο. Ενδιαφέρον είναι να παρουσιάσουμε πως προέκυψε η πιθανότητα αυτή. Την επόμενη ημέρα μετά τον θάνατο του Μπετόβεν, ένας νεαρός Εβραίος μουσικός ονομαζόμενος Hiller, ο οποίος μετέπειτα εξελίχθηκε σε σπουδαίο συνθέτη, πιανίστα και μαέστρο και υπήρξε στενός φίλος του Μέντελσσον και του Σούμαν, έκοψε μια τούφα μαλλιά από την σωρό του συνθέτη και την φύλαξε για ενθύμιο.

Για έναν αιώνα και πλέον τα μαλλιά αυτά του Μπετόβεν φυλάσσονταν σαν οικογενειακό κειμήλιο και παραδίδονταν από γενιά σε γενιά, μέχρι την εποχή του Ολοκαυτώματος στη Ναζιστική Γερμανία, οπότε χαρίσθηκαν στη Fremming, μια ιατρό από την Δανία, η οποία είχε αναμιχθεί ενεργά στη σωτηρία των Εβραίων από τους ναζιστές.

Η κόρη της Fremming έδωσε τα μαλλιά του συνθέτη στον οίκο Sotheby’s του Λονδίνου, κατάφεραν δε να τα αποκτήσουν σε δημοπρασία το 1994 τέσσερις πλειοδότες, εκ των οποίων οι τρεις, οι Brillant, Wendel και Crummey, αποτελούσαν μέλη της American Beethoven Society, και ο τέταρτος ήταν ένας ιατρός ουρολόγος από την Αριζόνα, ονομαζόμενος Guevara, θαυμαστής του συνθέτη.

Oι νέοι ιδιοκτήτες παρέδωσαν μέρος από τα μαλλιά στα δύο διασημότερα εργαστήρια χημικής ανάλυσης στον κόσμο, το McCrone Research Institute και το Argonne National Laboratory, τα οποία ανακοίνωσαν ανεξάρτητα τα αποτελέσματά τους, τα οποία συμφωνούν απολύτως. Βάσει αυτών, λοιπόν, προκύπτει ότι όλες οι τρίχες που εξετάσθηκαν από τα μαλλιά του συνθέτη περιείχαν υψηλά επίπεδα μολύβδου, απόδειξη δηλητηριάσεως από το μέταλλο.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί η απουσία ιχνών υδραργύρου, μίγματα του οποίου εχρησιμοποιούνταν για την θεραπεία της συφιλίδος κατά την εποχή εκείνη, με αποτέλεσμα να μπορεί να αποκλεισθεί με ασφάλεια η πιθανότητα να έπασχε ο Μπετόβεν από συφιλίδα.

Στη μολυβδίαση θα μπορούσαν να αποδοθούν πολλές από τις κλινικές εκδηλώσεις του συνθέτη, αλλά και οι διαταραχές της προσωπικότητάς του κατά τα τελευταία έτη. Σαν συμπτώματα της παθήσεως αναφέρονται κοιλιακά άλγη, ναυτία, διάρροια, αδυναμία, ίλιγγος, ανορεξία, χρόνια κόπωση, σύγχιση, άγχος, ευερεθιστότητα. Από πολλά τέτοια συμπτώματα έπασχε ο Μπετόβεν, όπως από κοιλιακά άλγη και ανορεξία, η αιτία θανάτου του όμως, που αποδείχθηκε ότι ήταν η ηπατική κίρρωση, δεν μπορεί να αποδοθεί στη μολυβδίαση.

Όσον αφορά την σχέση βαρηκοίας και δηλητηριάσεως από μόλυβδο, αρχικά η συσχέτιση αυτή είχε αμφισβητηθεί (27), σε νεώτερες έρευνες, όμως, υπάρχει ομοφωνία ως προς την βλαπτική επίδραση του μολύβδου στην ακοή, και ιδιαίτερα στα παιδιά (28-29). Η παθογένεια της βαρηκοίας από μολυβδίαση αποδίδεται στην περιφερική νευρίτιδα και εγκεφαλοπάθεια που προξενείται από την πάθηση (30-31).

Σε μελέτες που έχουν γίνει σε ανθρώπους και πειραματόζωα, φαίνεται ότι το κοχλιακό νεύρο και οι πιο κεντρικές δομές είναι ευαίσθητες, έχει δε ανευρεθεί ανύψωση των ακουστικών ουδών, παράταση των λανθανόντων χρόνων των ακουστικών προκλητών δυναμικών του εγκεφαλικού στελέχους, τμηματική απομυελίνωση και αξονική εκφύλιση του κοχλιακού νεύρου, ενδεικτικά οπισθοκοχλιακής βλάβης. Αντίθετα, η δομή του κοχλία και τα ευρήματα από την ηλεκτροκοχλιογραφία είναι φυσιολογικά.

Η πηγή προελεύσεως του μολύβδου, μετά την πάροδο τόσων ετών, δεν μπορεί να γίνει γνωστή και μόνον υποθέσεις μπορεί να διατυπωθούν. Οι συνηθέστερες πηγές μολύβδου είναι το πόσιμο νερό, ιδίως από αβαθείς πηγές, εντομοκτόνα, μολυσμένο έδαφος και γεωργικά προϊόντα που παράγονται σαυτό, βαφές, χρώματα, κεραμικά και υαλικά. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η μολυβδίαση αποτελεί μια βάσιμη υπόθεση για τις παθήσεις του Μπετόβεν, η πιθανότητα όμως να αποτελεί την αιτία της κωφώσεώς του παρουσιάζει μικρή πιθανότητα, δεδομένου ότι ο επηρεασμός της ακοής είναι συνήθως μικρού βαθμού, με συχνά υποκλινική βλάβη (32).

Ωτοσκλήρυνση (11,33)

Μέχρι σήμερα θεωρείται πολύ πιθανή θεωρία, και ιδιαίτερα η κοχλιακή μορφή ωτοσκλήρυνσης. Υπέρ της αιτιολογίας αυτής συνηγορούν η έναρξη της βαρηκοίας σε νέα ηλικία, η προδευτική μικτού τύπου βαρηκοία, η ελαττωμένη διακριτική ικανότητα ομιλίας και οι εμβοές.

Κατά της θεωρίας είναι η απουσία ευρημάτων καθήλωσης του αναβολέως στη νεκροτομή του Wagner, η παρουσία recruitment και η αρχική πτώση στις υψηλές συχνότητες που δεν είναι τυπικά ευρήματα για την πάθηση αυτή. Επίσης, δεν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό, διότι ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα θα είχε γίνει γνωστό από το παρελθόν της οικογενείας του, που ήταν οικογένεια μουσικών.

Ανοσοπάθεια

Kατά τα τελευταία έτη, όλο και αυξάνει η πεποίθηση ότι η κώφωση του Μπετόβεν σε συνδυασμό με τα κοιλιακά συμπτώματα, αλλά και άλλα συμπτώματα που παρουσίαζε, οφείλονταν σε ανοσοπάθεια. Πρώτος ο Larkin το 1970 (13) διατύπωσε την θεωρία αυτή. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο Μπετόβεν μπορεί να έπασχε από συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, ο οποίος παρουσιάζεται με ερύθημα στο πρόσωπο, όπως φαίνεται στα διάφορα πορτραίτα του συνθέτη, το οποίο αποδίδονταν στην οινοποσία του.

Επίσης, σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα, υπέρ αυτοανόσου παθήσεως συνηγορούν η χρόνια ενεργός ηπατίτις σε συνδυασμό με κολίτιδα, ρευματισμό, οφθαλμία, επανειλημμένα κρυολογήματα και αποστήματα. Η ανοσοπάθεια αυτή συνοδεύεται και από αρτηριίτιδα, η οποία πιθανώς προκάλεσε την ατροφία των ακουστικών νεύρων, όπως αποδείχθηκε από την νεκροτομή.

O Lehnhardt (34) ήταν ο πρώτος που εισήγαγε κατά το 1958 την έννοια της αυτοανόσου αιτιολογίας νευροαισθητηρίου βαρηκοίας, και από τότε η αντίληψη για την ύπαρξη της νοσολογικής αυτής οντότητας έγινε ευρέως αποδεκτή. O Davies (35) ήταν αυτός που αρχικά υπόθεσε την ανοσοπάθεια του συνθέτη, ενώ το ίδιο υποστηρίζουν και οι Karmody και Bachor (14)14 σε πρόσφατο άρθρο τους.

Οι συγγραφείς αυτοί θεωρούν ότι τα περισσότερα συμπτώματα που παρουσίαζε ο Μπετόβεν εξηγούνται πλήρως από δυσλειτουργία των ανοσολογικών του μηχανισμών, η οποία εκδηλώθηκε με φλεγμονώδη νόσο του εντέρου (πιθανότατα ελκώδη κολίτιδα), πρωτοπαθή σκληρυντική χολαγγειίτιδα (η οποία σε υψηλό ποσοστό συνοδεύει την εντερική πάθηση) και προϊούσα αμφοτερόπλευρο νευροαισθητήριο βαρηκοία.

Σύμφωνα με την θεωρία αυτή, μία μόνον διάγνωση μπορεί να εξηγήσει όλα τα συμπτώματα του συνθέτη. Το μόνο αντικρουόμενο στοιχείο αποτελεί η απουσία σαφών νεκροτομικών ευρημάτων εκ της κοιλίας στην έκθεση νεκροψίας του Wagner, στην οποία φαίνεται απλώς ότι ο στόμαχος και τα έντερα ήταν γεμάτα με αέρα και δεν αναφέρονται φλεγμονώδεις αλλοιώσεις. Υπάρχει, όμως, το ενδεχόμενο να μην εδόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην περιοχή αυτή, λόγω των τεσσάρων παρακεντήσεων που έγιναν ολίγο προ του θανάτου του Μπετόβεν, για αφαίρεση ασκιτικού υγρού, οπότε τυχόν ευρήματα να εθεωρήθηκαν αναμενόμενα και να αποδόθηκαν στις επεμβάσεις αυτές.

Για να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, μετά την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας και την παρουσίαση των κυριοτέρων θεωριών για την κώφωση του Μπετόβεν, υπερισχύει σαφώς η τελευταία θεωρία της ανοσοπάθειας. Σύμφωνα, με όλα τα νεώτερα δεδομένα, το έσω ους μπορεί να αποτελέσει στόχο συμπλεγμάτων αντιγόνου-αντισώματος με αποτέλεσμα βλάβη των τριχωτών κυττάρων του κοχλία και των ακουστικών νευρικών ινών και επακόλουθο αιθουσοκοχλιακή βλάβη.

Ο McCabe ήταν ο πρώτος ωτολόγος της νεώτερης εποχής που επανέφερε την προσοχή στη νοσολογική αυτή οντότητα κατά το 1979 (36), παρουσιάζοντας 18 περιστατικά ασθενών με κλινικά και εργαστηριακά ευρήματα συμβατά με νευροαισθητήριο βαρηκοία αυτοανόσου αιτιολογίας.

Η βαρηκοία ήταν αμφοτερόπλευρη, συχνά ασύμμετρη, είχε ταχεία εξέλιξη και ανταποκρίνονταν θεραπευτικά σε μεγάλες δόσεις κορτιζόνης και σε κυκλοφωσφαμίδη. Στη συνέχεια, με πολλές έρευνες σε πειραματόζωα και ανθρώπους, η αυτοάνοσης αιτιολογίας προσβολή του έσω ωτός (autoimmune inner ear disease) έχει επιβεβαιωθεί και διερευνηθεί σημαντικά (37).

Φαίνεται ότι ο κοχλίας προσβάλλεται πάντοτε, ενώ σε σημαντικό ποσοστό απουσιάζουν τα αιθουσαία συμπτώματα. Συχνά η νευροαισθητήριος βαρηκοία συνδυάζεται με άλλες αυτοάνοσες παθήσεις, όπως ελκώδη κολίτιδα (38) (η περίπτωση Μπετόβεν), ρευματοειδή αρθρίτιδα, ερυθηματώδη λύκο, κοκκιωμάτωση Wegener κλπ. Δυστυχώς, όλα αυτά θα μείνουν στη σφαίρα των εικασιών, δεδομένου ότι μόνο μια λεπτομερής εξέταση των κροταφικών του συνθέτη θα έδινε σαφέστερες απαντήσεις.

Αναφέρεται, όμως (5) ότι στις 13 Οκτωβρίου του 1863 τα μέλη της Εταιρείας Φϊλων της μουσικής της Βιέννης (Gesellschaft der Musikfreunde von Wien) πραγματοποίησαν εκσκαφή των οστών του Μπετόβεν στο κοιμητήριο του Währinger, απουσίαζαν δε και τα δύο κροταφικά από το κρανίο του συνθέτη, τα οποία φαίνεται ότι αφαιρέθηκαν κατά την νεκροτομή του Wagner.

Tι θα γινόταν εάν ο συνθέτης ζούσε στη σημερινή εποχή, είναι ένα ερώτημα που έχει απασχολήσει πολλούς. Ανεξαρτήτως της αιτιολογίας της παθήσεώς του, πάντως, είναι βέβαιο ότι η πρόγνωσή του θα ήταν πολύ καλύτερη και η κώφωση δεν θα είχε επηρεάσει τόσον δυσμενώς την ζωή του, δεδομένου ότι και στην περίπτωση ανοσοπάθειας, που είναι η πιθανότερη, υπάρχουν αρκετές θεραπευτικές επιλογές, όπως τα κορτικοστεροειδή, η μεθοτρεξάτη, η αζαθειοπρίνη, η ενδοφλέβια χορήγηση γ-σφαιρίνης, η πλασμαφαίρεση, και πρόσφατα, η ετανερσέπτη (39). Και, ας μην ξεχνούμε, βεβαίως σε κάθε περίπτωση, τα εξελιγμένα ακουστικά βαρηκοίας και τα κοχλιακά εμφυτεύματα.

Η επίδραση της κώφωσης στο μουσικό του έργο

H μεγάλη επιδείνωση της βαρηκοίας του Μπετόβεν παρουσιάστηκε κατά την δεύτερη περίοδο του δημιουργικού του έργου, οπότε συνέθεσε και τα περισσότερα αριστουργήματα. Η παραγωγικότητα αυτή οδήγησε πολλούς βιογράφους στο να υποθέσουν ότι η κρίση αυτή της ακοής του ήταν αναγκαία για την δημιουργικότητα του συνθέτη, διότι του επέτρεψε να ακούει τους εσωτερικούς ήχους δίχως αφαίρεση.

Ο Solomon (40) έγραψε: “Η κώφωση μπορεί να είχε εξυψώσει τις ικανότητές του σαν συνθέτη, επιτρέποντας ολοκληρωτική συγκέντρωση μέσα σε έναν κόσμο αυξανόμενης ηχητικής απομόνωσης. Αρχίζει κανείς να υποψιάζεται ότι η κρίση του Μπετόβεν και η εξαιρετική του δημιουργικότητα κάπως συσχετίζονται, και ακόμη ότι η πρώτη μπορεί να υπήρξε η αναγκαία προϋπόθεση για την δεύτερη”.

O Ludwig (3) ισχυρίσθηκε ότι “Η κώφωσή του δεν προξένησε καμία τραγική καμπή. Υπήρξε στην πραγματικότητα μια σημαντική βοήθεια που τον κράτησε μακριά από τις εγκόσμιες επιθυμίες και τον έστρεψε αποκλειστικά στην αποστολή του”. Ακόμη και ο Huxtable (41), που κατέκρινε τις απόψεις αυτές, υποστηρίζει ότι η πάθησή του τον έστρεψε προς την σύνθεση, η οποία επέφερε ελάττωση των εμβοών του, λόγω της συνεχούς έντονης πνευματικής δραστηριότητας.

Επίσης, ότι μια μουσική συνέπεια της κώφωσης ήταν η στροφή του κυρίου ενδιαφέροντός του από την δεξιοτεχνική εκτέλεση και διεύθυνση ορχήστρας στη μουσική σύνθεση, που είχε σαν αποτέλεσμα την παράδοση της τεράστιας αυτής καλλιτεχνικής κληρονομιάς στις επόμενες γενιές.

Όλες, βεβαίως, οι θεωρίες αυτές στηρίζονται σε μια εξιδανίκευση του συνθέτη και ωραιοποιούν μια κατάσταση που αποτελεί μεγάλη αναπηρία, μια πηγή συνεχούς δυστυχίας για τον Μπετόβεν, και όχι πάντως μια “μεταμφιεσμένη ευλογία”, όπως ισχυρίσθηκε ο Newman (42). Άλλωστε, η μελέτη της βιογραφίας και του έργου του αποδεικνύουν το δράμα της ζωής του, τον συνεχή αγώνα του με την μοίρα, και την μεταφορά του αγώνα αυτού στη μουσική του δημιουργία.

Αυτή είναι, ίσως, και η μεγαλύτερη συμβολή της κώφωσης στις συνθέσεις του, η εσωτερίκευση, η πρωτοτυπία, η πεποίθηση ότι η μουσική μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο να ξεπεράσει την αγωνία, την δυστυχία και την απογοήτευση. Η κώφωσή του φαίνεται ότι τον επηρέασε πολύ περισσότερο κοινωνικά, παρά μουσικά.

Από την πρώτη περίοδο της βαρηκοίας του, ουδέποτε εξέφρασε ο συνθέτης την ανησυχία του για το πως θα μπορούσε να συνεχίσει την μουσική του δημιουργία, αλλά η έννοια του εστιάζονταν, κυρίως, στις σχέσεις του με τους ανθρώπους και στην κοινωνική του απομόνωση.

Ο Μπετόβεν είχε σχηματίσει μια εσωτερική εικόνα για τον κόσμο και οι εμπειρίες του, μαζί με την μεγαλοφυία του, την εδραίωσαν και την ενίσχυσαν στη σιωπηλή περίοδο του βίου του. Ισχυρίσθηκαν ότι το αριστούργημα των τελευταίων χρόνων της ζωής του δημιουργού, η Ενάτη Συμφωνία και ιδιαίτερα το χορικό της μέρος, έχει γραφτεί σε πολύ υψηλή κλίμακα, λόγω της κώφωσης.

Η μουσικολογική ανάλυση, όμως, έχει δείξει ότι η πάθηση του Μπετόβεν δεν επηρέασε κανένα έργο του, ούτε σε ένα μέτρο. Ελάχιστη μουσική υπάρχει που να είναι τόσο σταθερά αρμονική σαν την δική του και κανένας μουσικός δεν έδειξε τόση απεριόριστη αγάπη για την τέλεια συγχορδία. Η μόνη επίδραση της παθήσεώς του ήταν η κατάδυσή του σε μεγάλα ψυχικά βάθη, η απάντησή του στα αιώνια πνευματικά ερωτήματα, η ενίσχυση του αισθήματος της μοναξιάς του.

Τίποτε δεν μπόρεσε, όμως, να κλονίσει την πίστη του στην ανθρωπότητα και την ελπίδα για την νίκη και την ελευθερία. Ο Μπετόβεν κατέγραψε τα πάθη και τις αγωνίες του στις μεγαλειώδεις συνθέσεις του, ώστε εμείς να ακούμε με τα αυτιά μας αυτά που ο δημιουργός άκουσε με το πνεύμα του και την καρδιά του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Thayer AW. Life of Beethoven. Princeton, NJ: Princeton University Press, 1973.
2. Rollan R. Μπετόβεν: Οι μεγάλες δημιουργικές εποχές,. Από την Απασσιονάτα στην Ηρωική (μετ. G. Turnaissen). Αθήνα: Εκδ. Γκοβόστη, 1986.
3. Ludwig E. Beethoven (μετ. Γ. Δρόσου). Αθήνα: Εκδ. Ωμέγα, 1964.
4. Cooper B. Beethoven. London: Oxford University Press; 2001.
5. von Frimmel Τ. Ludwig van Beethoven Ηandbbuch I: 38. Leipzig: Druck and Verlag von Breikopf & Härtel; 1926.
6. Lockwood L. Beethoven: The music and the life. New York: W. Norton & Company; 2002.
7. Nef K. Ιστορία της Μουσικής (μετ. Φ. Ανωγειανάκη). Αθήνα: Εκδ. Απόλλων, 1960.
8. Vuillermoz E, Lonchampt J . Histoire de la Musique. Paris: LGF; 1977.
9. Boyd M. Bach. London: J.M. Dent & Sons Ltd; 1983.
10. Wegeler PG, Ries F. Biographische Notizen über Ludwig van Beethoven von Wegeler und Ries. Neudruck mit Ergänzungen und Erläuterungen von Dr. A. C. Kalischer. Berlin: Schuster and Loeffler; 1906.
11. Sorsby M. Beethoven’s deafness. J Laryngol Otol 1930;45:528-44.
12. Kubba A, Young M. Ludwig van Beethoven: a medical biography. Lancet 1996;347:67-70.
13. Larkin E. Beethoven’s medical history. In: Cooper M (Ed) Beethoven, the last decade 1817-1827. London: Oxford University Press; 1970:448-66.
14. Karmody CS, Bachor ES.The deafness of Ludwig van Beethoven: an immunopathy. Otol Neurotol 2005;26:809-14.
15. McCabe BF. Beethoven’s deafness. Ann Otol 1958;67:92-206.
16. Marage G. Nature de la surdite de Beethoven. Comptes Rendus Hebdomadres des Sciences de L’ Academie des Sciences 1928;186:110-2.
17. Naiken VS. Beethoven’s deafness. JAMA 1971;215:1671.
18. Jesserer H, Bankl H. Ertaubte Beethoven an einer Paget’schen Krankheit? Bericht über die Auffindung und Untersuchung von Scädelfragmenten Ludwig van Beethoven. Laryngol-Rhinol-Otol 1986;65:592-7.
19. Drake ME, Jr. Deafness, dysesthesia, depression, diarrhea, dropsy and death: the case for sarcoidosis in Ludwig van Beethoven. Neurology 1994; 44:562-5.
20. Jahrsdoerfer RA, Thompson EG, Johns MM, Cantrell RW. Sarcoidosis and fluctuating hearing loss. Αnn Otol Rhinol Laryngol 1981;90(2 Pt 1):161-3.
21. Brihaye P, Halama AR. Fluctuating hearing loss in sarcoidosis. Acta Otorhinolaryngol Belg 1993;47:23-6.
22. Grove G. Dictionary of music and musicians. London: Mc Millan and Co., 1879.
23. Jacobsohn L. Beethoven’s Geliorleiden und letzte Krankheit. Deutche Med Wochenschr 1927;53:1610.
24. Cooper M. Beethoven: the last decade. New York: Oxford University Press; 1973.
25. McCabe BF. Beethoven’s deafness. 1958. Ann Otol Rhinol Laryngol 2004;113:511-25.
26. Martin R. Beethoven’s Hair. New York: Broadway Books; 2000.
27. Farahat TM, Abdel-Rasoul GM, El-Assy AR, Kandil SH, Kabil MK. Hearing thresholds of workers in a printing facility. Environ Res 1997;73:189-92.
28. Otto DA, Fox DA. Auditory and visual dysfunction following lead exposure. Neurotoxicology 1993;14:191-207.
29. Counter SA, Buchanan LH. Neuro-ototoxicity in andean adults with chronic lead and noise exposure. J Occup Environ Med 2002;44:30-8.
30. Counter SA, Buchanan LH, Ortega F, Laurell G. Normal auditory brainstem and cochlear function in extreme pediatric plumbism. J Neurol Sci 1997;152:85-92.
31. Osman K, Pawlas K, Schutz A, Gazdzik M, Sokal JA, Vahter M. Lead exposure and hearing effects in children in Katowice, Poland. Environ Res 1999;80:1-8.
32. Staudinger KC, Roth VS. Occupational lead poisoning. Am Fam Physician 1998;57:719-32.
33. Stevens K, Hemenway W. Beethoven’s deafness. JAMA 1970;213:434-7.
34. Lehnardt E. Plőtzliche Hőrstőrungen, auf beiden Seiten gleichzeitig aufretend oder nacheinander auftretend. Laryngo-Rhino-Otol 1958;37:1-5.
35. Davies PJ. Ludwig van Beethoven: une surdite auto-immune? Histoire des Sciences Medicales 1995;29:271-6.
36. McCabe BF. Autoimmune sensorineural hearing loss. Ann Otol Rhinol Laryngol 1979;88:585-9.
37. Yoo T-J, Yazawa Y. Immunology of cochlear and vestibular disorders. In: Luxon L, Furman JM, Martini A, Stephens D (Eds.) Textbook of Audiological Medicine: Clinical aspects of hearing and balance. London: Martin Dunitz; 2003:61-87.
38. Kumar BN, Smith MS, Walsh RM, Green JR. Sensorineural hearing loss in ulcerative colitis. Clin Otolaryngol 2000;25:143-5.
39. Rahman M, Poe D, Choi H. Etanercept therapy for immune-mediated cochleovestibular disorders: preliminary results in a pilot study. Otol Neurotol 2001;22:619-24.
40. Solomon M. Beethoven. New York: Shirmer Books; 1977.
41. Huxtable RJ. The deafness of Beethoven: A paradigm of hearing problems.Proc West Pharm Soc 2000;43:1-8.
42. Newman E. The unconscious Beethoven. London: Victor Gallancz; 1968.

Show More

Σχετικά Άρθρα

Back to top button