Ειδήσεις ΥγείαςΕμβόλιαΚΟΡΟΝΟΪΟΣΧωρίς κατηγορία

Kορονοϊός: Η φυσική ανοσία ή το εμβόλιο προσφέρει μεγαλύτερη προστασία;

Υπάρχει αισιοδοξία ότι η διεθνής επιστημονική προσπάθεια θα οδηγήσει σε αποτελεσματική προστασία έναντι της λοίμωξης COVID-19.

Καθώς τα εμβόλια έναντι του SARS-CoV-2 λαμβάνουν σταδιακά εγκρίσεις από τις ρυθμιστικές αρχές σε ΗΠΑ και Ευρώπη, όλο και περισσότεροι πολίτες θα μπορέσουν να εμβολιαστούν, ενώ λόγω της εκτεταμένης διασποράς της COVID-19, αυξάνεται διαρκώς και ο αριθμός των ανθρώπων που θα έχουν νοσήσει και έχουν αναρρώσει από τη νόσο.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν οι αναρρώσαντες θα πρέπει επίσης να εμβολιαστούν, αφού λογικά θα έχουν αναπτύξει κάποιου βαθμού ανοσία έναντι του ιού SARS-CoV-2. Ωστόσο, η φυσική ανοσία που επιτυγχάνεται μετά από μια λοίμωξη με έναν ιό ή μικρόβιο δεν είναι απαραίτητα ανώτερη ή ισχυρότερη της ανοσίας που επιτυγχάνεται μέσω των εμβολίων για το ίδιο νόσημα, και υπάρχουν πολλά σχετικά παραδείγματα.

Πολλοί επιστήμονες πιθανώς θα συμφωνούσαν ότι «η φυσική μόλυνση προσφέρει καλύτερη ανοσία από αυτή που προσφέρει ο εμβολιασμός». Πράγματι, υπάρχουν πολλά παθογόνα για τα οποία η φυσική λοίμωξη προκαλεί ισχυρότερες ανοσολογικές αντιδράσεις και εάν κάποιος επιβιώσει από αυτή τη λοίμωξη, τότε θα αναπτύξει πιο μακροχρόνια ανοσία συγκριτικά με τον αντίστοιχο εμβολιασμό.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανοσίας ισχυρότερης αυτής που προκαλείται από τη φυσική μόλυνση είναι το εμβόλιο κατά του ιού του ανθρώπινου θηλώματος (HPV-Human Papilloma Virous) τα οποία βασίζονται στην ενσωμάτωση μίας πρωτεΐνης της επιφάνειας του ιού σε σωματίδια που μοιάζουν με τον φυσικό ιό. Τα εμβόλια αυτά έχει αποδειχθεί ότι προσφέρουν πλήρη προστασία έναντι του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Όσον αφορά στον κορονοϊό, η φυσική λοίμωξη ή το εμβόλιο προσφέρει μεγαλύτερη προστασία;

Η απάντηση σε αυτήν την ερώτηση θα δοθεί καθώς συλλέγονται περισσότερα δεδομένα από τις συνεχιζόμενες μελέτες της φυσικής λοίμωξης και των εμβολίων. Τα αρχικά αποτελέσματα από τις ενδιάμεσες αναλύσεις των δύο εμβολίων τεχνολογίας mRNA έναντι του SAR-CoV-2 των εταιρειών Pfizer / BioNTech και Moderna δείχνουν ελάττωση του κινδύνου λοίμωξης περίπου κατά 95%. Η προστασία έναντι της λοίμωξης έχει συσχετιστεί με την παραγωγή εξουδετερωτικών αντισωμάτων τόσο σε μελέτες με εμβόλια όσο και σε μελέτες παθητικής ανοσοποίησης μέσω μεταφοράς αντισωμάτων σε πειράματα σε ζώα.

Επιπλέον, αυτά τα εξουδετερωτικά αντισώματα φαίνεται να είναι αποτελεσματικά και ως προς την πρόληψη της αρχικής λοίμωξης από τον SARS-CoV-2 στους ανθρώπους, γεγονός που δείχνει ότι μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά στην προστασία από την λοίμωξη COVID-19. Πολλά από τα τρέχοντα εμβόλια στις κλινικές δοκιμές επάγουν την παραγωγή υψηλών επιπέδων εξουδετερωτικών αντισωμάτων που σύμφωνα με τις μελέτες στα ζωικά μοντέλα παρέχουν προστασία.

Επιπλέον, ακόμη και αν τα επίπεδα των εξουδετερωτικών αντισωμάτων που επιτυγχάνονται δεν παρέχουν πλήρη ανοσία και δεν επαρκούν για την πρόληψη των συμπτωμάτων της νόσου από το ανώτερο αναπνευστικό (που μοιάζουν με του κοινού κρυολογήματος), μπορεί να είναι ικανά να αποτρέψουν τις σοβαρές εκδηλώσεις και επιπλοκές της νόσου από το κατώτερο αναπνευστικό (δηλαδή να προλαμβάνουν την πνευμονία από τον SARS-CoV-2).

Ωστόσο, δεν είναι ακόμα σαφές σε ποιο βαθμό τα εμβόλια μπορεί να εμποδίζουν τη μετάδοση του ιού από έναν εμβολιασμένο άτομο που μολύνθηκε από τον ιό σε ένα επίνοσο άτομο (δηλαδή σε κάποιο άτομο που δεν έχει ανοσία έναντι του ιού).

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες μελέτες, η φυσική λοίμωξη COVID-19 οδηγεί σε ανοσολογική απόκριση που διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως διαφέρει και ο τίτλος των εξουδετερωτικών αντισωμάτων.

Επιπλέον, φαίνεται ότι σε μερικούς αναρρώσαντες ο τίτλος των αντισωμάτων φθίνει με το χρόνο, και πράγματι υπάρχουν αναφορές επανεμφάνισης της νόσου σε άτομα που έχουν αναρρώσει από την αρχική λοίμωξη COVID-19, και ίσως σχετίζονται με ανεπαρκή αρχική ανοσολογική απόκριση.

Ένας δεύτερος πιθανός παράγοντας ανοσιακής προστασίας έναντι του SARS-CoV-2 είναι ο βραχίονας της κυτταρικής ανοσίας, για την οποία η έρευνα βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη.

Τόσο για την διερεύνηση του βαθμού της ανοσίας μετά τη φυσική μόλυνση όσο και για την ανοσία μετά τον εμβολιασμό είναι απαραίτητη η διενέργεια εκτεταμένων μοριακών και επιδημιολογικών μελετών προκειμένου να καθοριστεί η διάρκεια της προστατευτικής ανοσίας και ο βέλτιστος τρόπος ενίσχυσής της μέσω του εμβολιασμού.

 

Σχετικά Άρθρα

Back to top button