Πολιτική ΥγείαςΡεπορτάζ υγείαςΣυνεντεύξεις - Άρθρα

Προληπτική ιατρική: πολυτέλεια ή αναγκαιότητα;

Γράφει ο Κων/νος Λυκοστράτης, Δρ Μοριακής Βιολογίας & Ιατρικής Πληροφορικής, Διοικητής Νοσοκομείου Νάουσας

Μιλώντας για τη Δημόσια Υγεία το τελευταίο διάστημα έχει υπάρξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και συζήτηση γύρω από την έννοια της προληπτικής ιατρικής, ως προς το έιδος, αποτελεσματικότητα και κόστος αυτής.

Μέσα από τις προσπάθειες του Υπουργείου Υγείας και επιστημόνων για ορθή ενημέρωση της κοινωνίας έχει γίνει πλέον αντιληπτό το τι μπορεί να κάνει ο κάθε άνθρωπος μεμονομένα, σε επίπεδο πρωτογενούς πρόληψης.

Η σωστή διατροφή, η διακοπή του καπνίσματος, η άσκηση, αποτελούν μερικούς τρόπους που παρατείνουν και βελτιώνουν τη ζωή.
Το ερώτημα που γίνεται ολοένα και πιο επίκαιρο όμως είναι το τι μπορεί να προσφέρει μια οργανωμένη κοινωνία, μέσα από δομές υγείας. Αρκεί η ενημέρωση των πολιτών για έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής;

Κι αν όχι, είναι εφικτό να υπάρξει προληπτική ιατρική μέσα από ένα σύστημα υγείας που δημιουργήθηκε πρωτίστως για να αντιμετωπίζει την ασθένεια αφού εμφανιστεί; Θα ήταν αποδοτικό; Μήπως αποτελεί πολυτέλεια για τις πιο αδύναμες οικονομικά χώρες και αποτελεί προνόμιο μόνο των πιο εύρωστων οικονομικά;

Για να απαντήσουμε ας δούμε πρώτα ποιες είναι οι ασθένειες που αποδεδειγμένα θα μπορούσαν να προληφθούν έτσι ώστε είτε μην εκδηλωθούν καθόλου είτε να έχουν μία πιο ήπια εκδήλωση.

1. Καρδιαγγειακά νοσήματα: Έχει αποδειχθεί ότι ο προληπτικός κλινικοεργαστηριακός έλεγχος και διόρθωση επιβαρυντικών παραμέτρων (υπέρλιπιδιαμία, υπέρταση, σακχαρο) οδηγεί σε λιγότερα συμβάντα και μείωνει την θνησιμότητα των καρδιαγγειακών. Αυτός είναι και ο λόγος που έχουν καθιερωθεί συγκεκριμένα πρωτόκολλα πλέον και η αξιολόγηση αυτών των παραμέτρων θεωρείται επιβεβλημένη.

Σε χώρες όπου πραγματοποιείται προληπτικός τακτικός έλεγχος και συμβουλευτικές συνεδρείες, όχι μόνο έχει επιτευχθεί η μείωση τιμών λιπιδίων αρτηριακής πίεσης και σακχάρου, αλλά φάνηκε ότι αυξήθηκε σημαντικά και η πειθαρχία των ασθενών ως προς τις οδηγίες των παρόχων υγείας. Συνολικά καταγράφεται μείωση εώς και 45% συμβάντων και θνησιμότητας από καρδιαγγειακά σε χώρες όπου εφαρμόζεται η προληπτική ιατρική.

2. Διαβήτης τύπου ΙΙ: Μπορεί επίσης να διαγνωσθεί νωρίς ή ακόμη και να εντοπιστούν όσοι έχουν προδιάθεση για να εμφανίσουν διαβήτη και έγκαιρα να τροποποιήσουν ότι υποθάλπτεται, για να καθυστερήσουν την εμφάνισή του.

3. Παχυσαρκία: Δεδομένου ότι η παχυσαρκία επιφέρει πολλά προβλήματα υγείας και στη χώρα μας – το ποσοστό υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων έχει ξεπεράσει το 65%, – διαφαίνεται πλέον η αναγκαιότητα προληπτικών ενεργειών για τον περιορισμό της.

Εφαρμόζοντας προληπτικούς ελέγχους και ενημέρωση ήδη από την παιδική ηλικία , μπορούμε να αποτελέσει τον καταλύτη για την ανατροπή της αυξητικής πορείας της παχυσαρκίας.

4. Λοιμώδη νοσήματα: Τα εμβόλια αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα ευδοκίμησης χάρη στην προληπτική ιατρική, καθώς έχει αποδειχθεί ότι ο προληπτικός εμβολιασμός έχει απαλλάξει την ανθρωπότητα από θανατηφόρες λοιμώξεις, όπως ευλογιά, τέτανο, κοκκύτη, ηπατίτιδα Β.

Επιπρόσθετα, η σωστή χρήση αντιβιοτικών, ο έλεγχος ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων, η ακριβής καταγραφή των κρουσμάτων λοιμωδών νοσημάτων όπως ΗΙV και ΗCV και η λήψη μέτρων που εμποδίζουν τη διασπορά τους, αποτελούν άλλα προληπτικά μέτρα, που βοηθούν στον περιορισμό των θανάτων από λοιμώξεις.

5. Νεφρική νόσος: Απλές εξετάσεις αίματος, ιατρική παρακολούθηση και ανάλογη διόρθωση της διατροφής, υπέρτασης και φαρμακευτικής αγωγής, μπορούν να προλάβουν μια αρχόμενη νεφρική βλάβη, πριν καταλήξει σε τελικό στάδιο.

6. Οστεοπόρωση: Η έγκαιρη διάγνωση οδηγεί σε αποφυγή καταγμάτων και μεγάλων χειρουργείων, βελτίωση μετρήσεων με απλή φαρμακευτική αγωγή και συνολικά σε καλύτερη ποιότητα ζωής

7. Ψυχικές ασθένειες, ως συνέπεια όλων των ανωτέρω αλλά και για έναν επιπλέον λόγο: στην εποχή της υπερπληροφόρησης και πολλών γνώσεων για την υγεία (όπως π.χ. για καρκίνο), αυτά που μαθαίνουμε και γνωρίζουμε μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή άγχους.

Πολλοί άνθρωποι, σαν μια μορφή «παρειδωλίας», νομίζουν ότι αναγνωρίζουν την ύπαρξη σοβαρής ασθένειας όπως αυτή του καρκίνου σε διάφορα συμπτώματά τους. Αυτό οδηγεί συχνά σε διαταραχές ύπνου, κατάθλιψη και επιβαρύνει σημαντικά την ψυχική υγεία των ανθρώπων που πολλές φορές απλά φοβούνται και καθυστερούν να προσέλθουν εγκαίρως σε δομές υγείας. Οι προληπτικές εξετάσεις είναι ένας πολύ καλός τρόπος να μειωθεί ο φόβος τους.

8. Καρκίνος: Έχει βρεθεί ότι πάνω από το 40% των κακοηθών νοσημάτων μπορεί να προληφθεί. Το πιο χαρακτηριστικό είναι το τεστ Παπανικολάου, η καθιέρωση του οποίου ως προληπτικός έλεγχος οδήγησε σε μείωση κατά 80% του καρκινου τραχήλου μήτρας.

Όμοια, το PSA για τον καρκίνο του προστάτη, ο ενδοσκοπικός έλεγχος για το πεπτικό σύστημα, η χαρτογράφηση και παρακολούθηση βλαβών του δέρματος, η μαστογραφία για τον καρκίνο του μαστού, επιτρέπουν την διάγνωση νεοπλασιών πρώιμα και την πιο αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.

Ιδιαιτερα για τον καρκίνο του μαστού, σε χώρες όπου εφαρμόζεται προληπτικός έλεγχος επιτυγχάνεται αφενός πιο ακριβής καταγραφή του πραγματικού ποσοστού, αφετέρου, πιο πρώιμη διάγνωση, αλλά και εντοπισμός κληρονομικών μορφών έγκαιρα, πριν ακόμα εκδηλωθεί.

Μάλιστα στην εποχή της πανδημίας, λόγω αναβολής της προληπτικής μαστογραφίας από πολλές γυναίκες, σχεδόν τριπλασιάστηκε το ποσοστό διάγνωσης καρκίνου μαστού προχωρημένου σταδίου, επιβαρύνοντας σημαντικά την πρόγνωση. Η μαστογραφια μειώνει πάνω από 30% τη θνησιμοτητα από καρκινο μαστου.

Σε πολλές χώρες η πανδημία, μέσα από τον φόβο που προκάλεσε, μείωσε δραστικά τη προσέλευση ασθενών για προληπτικές εξετάσεις και οδήγησε συνολικά σε απορρύθμιση χρόνιων νοσημάτων, επιδείνωση της υγείας και καθυστέρηση στη διάγνωση νεοπλασιών, καταδεικνύοντας ακριβώς την αξία της προληπτικής ιατρικής.

Ευτυχώς στην Ελλάδα ιδιαίτερα τους τελευταίους 18 μήνες έχουμε παρατηρήσει σημαντική αύξηση προληπτικών εξετάσεων, με αποφάσεις και μηχανισμούς που υποστήριξαν έμπρακτα και ανόρθωσαν σημαντικά την αξία της πρόληψης – όπως στην περίπτωση προληπτικής μαστογραφίας.

Αναδύεται σιγά σιγά λοιπόν αλλά και εύλογα το ερώτημα, αν σκοπός ενός συστήματος υγείας θα πρέπει να είναι η αντιμετώπιση των ασθενειών και μόνο, ή τελικά οφείλει και να προασπίζει την υγεία των πολιτών, μέσα από την προληπτική ιατρική; Αξίζει τελικά να επενδύσει μία χώρα στην πρόληψη όπως ορατά έχει ξεκινήσει να κάνει το τελευταίο διάστημα;

Η αυτονόητη απάντηση είναι πως, από ανθρωπιστικής πλευράς, ναι, αξίζει, καθώς οδηγεί όχι μόνο στη βελτίωση της ποιότητας ζωής αλλά και στην αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης. Ο μόνος προβληματισμός που πιθανώς να υπάρχει, αφορά το οικονομικό σκέλος του θέματος.

Μήπως θα οδηγούσε σε μη-εύκολα διαχειρίσιμη δαπάνη δημοσίου χρήματος; μήπως η αποδοτικότητα της προληπτικής ιατρικής είναι πολύ μικρότερη από το κόστος της; Είναι «cost effective»;

Τα ερωτήματα αυτά απασχολούν ολοένα και περισσότερο πολλούς ανθρώπους που ασχολούνται με τον τομέα της υγείας και την ιατρική πληροφορική. Μέσα από την επεξεργασία μεγάλων δεδομένων υγείας (Healthcare Big Data) και εξειδικευμένες αναλύσεις, υπάρχουν πλέον σημαντικές μελέτες, όπου αναλύονται τα αποτελέσματα κάθε προληπτικής εξέτασης και το κόστος εφαρμογής της σε ευρεία κλίμακα.

Το είδος της εξέτασης, η συχνότητα πραγματοποίησης της και η ομάδα πληθυσμού όπου θα εφαρμοστεί, σε πολλές χώρες ήδη, έχει αποφασιστεί βάσει στατιστικών στοιχείων και υπολογισμού του δείκτη αποδοτικότητας.

Ένας δείκτης αποδοτικότητας που μπορεί να μετρείται και να καταγράφεται σε τοπικό αλλά και εθνικό επίπεδο από τις δομές υγείας μας. Αυτή η «ορθολογική» και με οικονομικούς όρους ανάλυση, όπου έχει αρχίσει και εφαρμόζεται φαίνεται ότι όχι μόνο δεν απέτρεψε, αλλά πείθει σιγά σιγά και τους πιο αδύναμους οικονομικά λαούς για την αξία και την αποδοτικότητα μεθόδων προληπτικής ιατρικής.

Ας δούμε όμως κάποια παραδείγματα, βάσει των οποίων κινηθήκαμε και κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Σε επίπεδο νοσοκομείου, βρήκαμε ότι η επένδυση σε μέτρα ατομικής προστασίας, καθαριότητα, τακτικούς δειγματοληπτικούς ελέγχους, μπορεί να μειώσει τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις, οδηγεί σε ελάττωση στις ημέρες νοσηλείας και συνολικά μπορεί να μειώσει αντί να αυξήσει το κόστος νοσηλείας ανά ασθενή.

Οι μειωμένες ημέρες νοσηλείας οδηγούν περαιτέρω και σε κοινωνικό και προσωπικό όφελος: Οι ασθενείς αναρρώνουν πιο γρήγορα κι έτσι επιστρέφουν πιο σύντομα στο σπίτι τους στην εργασία τους , στη ζωή τους.

Εκτός νοσοκομείου, είναι ήδη κοινωνικά αντιληπτό πως τα προγράμματα προληπτικής ιατρικής που ήδη εφαρμόστηκαν το τελευταίο διάστημα και συνεχίζουν να εφαρμόζονται, οδήγησαν διακριτά σε έγκαιρη διάγνωση νοσημάτων που απέτρεψαν από νωρίς το ενδεχόμενο νόσησης και νοσηλείας.

Χώρες σε διαφορετικά γεωγραφικά πλάτη που εφαρμόζουν ευρέως προγράμματα προληπτικής ιατρικής και τα έχουν αξιολογήσει σε βάθος ετών, συγκλίνουν στην άποψη ότι μακροπρόθεσμα αποδείχθηκαν πολύ αποδοτικά και από οικονομική πλευρά.

Το Ιράν, όπου τα καρδιαγγειακά είναι η πρώτη αιτία θανάτου, η εφαρμογή προληπτικού ελέγχου μέσω του προγράμματος ΙraPEN κρίθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική και συμφέρουσα. Το ίδιο στην Ιαπωνία, με την καθιέρωση προληπτικού ενδοσκοπικού ελέγχου πεπτικού, λόγω του υψηλού επιπολασμού καρκίνου του πεπτικού, που οδήγησε σε θεαματική βελτίωση των δεικτών, στην Αγγλία, όπου εφαρμόζεται προληπτικός έλεγχος για σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια κι άλλα νοσήματα.

Ακόμα και σε αναπτυσσόμενες χώρες έχει αξιολογηθεί ότι «συμφέρει» η προληπτική ιατρική, οδηγώντας σε εξοικονόμηση έως και 20% στην αντιμετώπιση καρδιαγγειακών νοσημάτων επί παραδείγματι.

Ο προληπτικός έλεγχος συνολικά οδηγεί είτε σε πλήρη αποφυγή ασθενειών ή κατ’ ελάχιστον σε έγκαιρη διάγνωση, με αποτέλεσμα τα προβλήματα υγείας να είναι μικρότερης έκτασης, με αποτέλεσμα τα χειρουργεία που απαιτούνται να είναι λιγότερα, τη μείωση αναπηρίας και της θνητότητας, τις λιγότερες ημέρες νοσηλείας, τα λιγότερα φάρμακα και έξοδα νοσηλείας, αλλά και την αύξηση παραγωγικότητας, ενώ μακροπρόθεσμα οδηγεί σε μείωση της συνολικής δαπάνης για την υγεία.

Τέλος, δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας των πολιτών προς το σύστημα υγείας και το κράτος, που δείχνει έμπρακτα ότι ενδιαφέρεται για την υγεία των ανθρώπων και τη διατήρηση αυτής κι όχι μόνο για αντιμετώπιση προβλημάτων.

Αδιαμφισβήτητη λοιπόν η αξία της προληπτικής ιατρικής και τα οφέλη της σε ανθρώπινες ζωές και καλύτερη ποιότητα ζωής. Η σωστή οργάνωσή της, η τήρηση και αξιολόγηση στοιχείων μέσα από καλά οργανωμένους ψηφιακούς μηχανισμούς και ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, μπορούν να μετατρέψουν μια φαινομενικά κοστοβόρα /πολυδάπανη διαδικασία σε μια άριστη επένδυση για την υγεία.

Στο μέλλον ολοένα και περισσότερο η προληπτική ιατρική όπως και η εξατομικευμένη ιατρική – μέσα από ένα άρτια ψηφιακά μετασχημένο σύστημα – θα είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους ενός υγιούς συστήματος υγείας.

Λυκοστράτης Κων/νος
Μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στη μοριακή βιολογία και ιατρική πληροφορική, υπεύθυνος της διοίκησης Νοσοκομείου Νάουσας

Σχετικά Άρθρα

Back to top button